Το Αγκίστρι, για όσους ακόμα δεν το έχουν γνωρίσει προσωπικά, είναι ένας μικρός επίγειος παράδεισος στη θάλασσα του Αργοσαρωνικού, μια ώρα μόνο απόσταση από το λιμάνι του Πειραιά με το συμβατικό πλοίο.
Ανάμεσα στην Αίγινα και τα Μέθανα γεωγραφικά, αυτό το καταπράσινο νησάκι, περιμένει τον επισκέπτη για να ανοίξει την αγκαλιά του και να του χαρίσει απλόχερα, τις φυσικές του ομορφιές. Πνιγμένο ακόμα ευτυχώς, στην πυκνή βλάστηση που φτάνει ως τη θάλασσα, με τα πεύκα να αναδύουν το χαρακτηριστικό άρωμα της ρετσίνης καθώς περνάς ανάμεσά τους και με τη θάλασσα να είναι πεντακάθαρη στους φυσικούς όρμους που σχηματίζονται, το Αγκίστρι δεν είναι τυχαία αγαπημένος τόπος για πολλούς από εμάς, νέους στην ηλικία ή στη καρδιά.
Δημοφιλής προορισμός για τους "φυγάδες" του σαββατοκύριακου, προσφέρει την ηρεμία που αναζητάς μακρυά από τη πόλη, αλλά και τις ανέσεις για φαγητό, καφέ και ποτό στα συμπαθητικά μαγαζιά που σε υποδέχονται και το κυριότερο, σε λογικές τιμές. Δεν είναι ανάγκη να πάρεις αυτοκίνητο μαζί σου, αφού με 15€ κόστος για ημερήσια ενοικίαση, μπορείς να νοικιάσεις ένα σκουτεράκι και να "οργώσεις" το νησί με τη παρέα σου απ' άκρη σ' άκρη χωρίς βιασύνη, αφού ο νότος με τον βορρά, απέχουν γύρω στα δέκα χιλιόμετρα με οδικό δίκτυο προσβάσιμο! Με προσιτό κόστος διαμονής/διατροφής και μετακίνησης, προσφέρεται για διακοπές του φοιτητόκοσμου σε σκηνή στη φύση ή ενοικιαζόμενα δωμάτια ή ακόμα πιο πολυτελή ξενοδοχεία με θέα το πέλαγο στη Χώρα, ενώ σε απόσταση βολής έχεις τα πάντα δίπλα σου, παραλία, βόλτα, σούπερ μάρκετ, φούρνο κλπ και το περπάτημα εδώ αποτελεί διασκέδαση, τόσο κοντά που είναι όλα!
Τι θα κάνεις εκεί? Κατ' αρχήν θα δεις από το καράβι που πλησιάζει από την Αίγινα, το κουκλίστικο τοπίο της Σκάλας Αγκιστρίου και θα χαμογελάσεις που έφτασες πριν το καταλάβεις. Θα κατέβεις και αν είσαι με τα πόδια, σε λίγα λεπτά βαδίζεις στη μεγάλη παραλία δίπλα στο λιμάνι και αν είσαι με το μηχανάκι, μέχρι να πεις κύμινο πάρκαρες στο τόπο διαμονής σου. Θα αφήσεις τα πράγματά σου και θα ρίξεις τη πρώτη βουτιά στην οργανωμένη παραλία με θέα τον αιγαιοπελαγίτικο ναό των Αγίων Αναργύρων και το καράβι που πηγαινοέρχεται τακτικά, ενώ τα δροσερά νερά της θάλασσας θα σε δροσίσουν κολυμπώντας.
θα πας για φαγητό στα μαγαζιά του παραλιακού δρόμου, ψάρι ή κρέας φρεσκότατα, ή θα προτιμήσεις την ιταλική πιτσαρία που βρίσκεται λίγο πιο πάνω στη δροσιά για νόστιμη ψημένη πίτσα στα ξύλα και σαλάτες με φαντασία. Αν έχεις χιούμορ, θα φας σουβλάκι τυλιχτό στο "Γύρομπανκ" και θα γελάσεις με το λογοπαίγνιο.
Το απόγευμα θα πας για καφέ 1,5 χλμ μακρυά, στους Μύλους, τον παράλιο συνοικισμό που αράζουν τα ιπτάμενα δελφίνια, όπου θα πας στο Κάστρο Club και θα πιεις τον καφέ σου με θέα από ψηλά της ακτής απέναντι και θα αγναντεύσεις τη θάλασσα στο βάθος. Σαν θα πέσει το βράδυ, θα πας για ποτό στις παραθαλάσσιες καφετέριες και θα ακούσεις ζωντανή μουσική στο Aquarius, με έντεχνα και ροκ ακούσματα κάθε Σάββατο, ενώ θα χαλαρώνεις στους αναπαυτικούς καναπέδες με το κοκτέιλ στο χέρι.
Αν δεν θες πολυτέλειες, πηγαίνεις και στήνεις τη σκηνή σου είτε στη παραλία της Χαλικιάδας και τη Σκληρή με θέα την Αίγινα, είτε εναλλακτικά στη Δραγονέρα, στην αντίθετη κατεύθυνση, όπου είναι ο παράδεισος όσων τους αρέσει η ελεύθερη κατασκήνωση σε πνεύμα εναλλακτικό και χίπικο, δίπλα στους βράχους, μακριά από τον δρόμο και τον πολιτισμό.
Όμως το νησί δεν τελειώνει εδώ. Παίρνεις το δίτροχό σου και κατευθύνεσαι στον μοναδικό δρόμο του νησιού προς τα νότια, όπου περνάς το Μεγαλοχώρι, τον κύριο οικισμό στο νησί μετά τη Σκάλα, το γραφικό ξωκλήσι της Αγίας Βαρβάρας και φτάνεις στα Λιμενάρια, με τη ταβέρνα του Τάσου στη πλατεία να δίνει ρέστα νοστιμιάς και φθήνιας σε ό,τι ετοιμάζει πρόθυμα! Μέσα από τα Λιμενάρια, βλέπεις στο βάθος τη Πελοπόννησο από τη μεριά των Μεθάνων και στρίβεις μέσα από το χωριό προς τη παραλία της Μαρέζας, όπου απόκρημνοι βράχοι και το κύμα να σκάει εμπρός σου σε περιμένουν να κολυμπήσεις στα βαθιά της νερά, αν σου αρέσει κάτι τέτοιο.
Φεύγεις και ο δρόμος σε οδηγεί προς τις Αλυκές και το απάνεμο λιμάνι της Απόνησσου, μέρος με σμαραγδένια νερά και φυσικό όρμο, όπου βρίσκουν καταφύγιο σκάφη που σταματούν εκεί, για κολύμπι και φαγητό στη ταβέρνα που βρίσκεται μπροστά στο κύμα. Στο βάθος ένα ιδιωτικό νησάκι που συνδέεται με γέφυρα με τη στεριά, φιλοξενεί ομπρέλες, ενώ αν δεν σε πτοεί το κρυστάλλινο νερό, βάζεις μαγιό και απολαμβάνεις την εμπειρία και πάλι με τα πεύκα να φτάνουν μέχρι το νερό.
Στην επιστροφή σου προς τη Σκάλα, μη ξεχάσεις να ανέβεις μέχρι τον οικισμό στο Μετόχι, που βλέπει από ψηλά αμφιθεατρικά τα υπόλοιπα νησιά του Αργοσαρωνικού, αλλά και το Αγκίστρι το ίδιο και να θαυμάσεις τη θέα από εκεί, νιώθοντας την ευεξία που σου προσφέρει αυτό το μέρος, ο μικρός καταπράσινος παράδεισος που ακόμα αξίζει να χάνεσαι μέσα του, ξανά και ξανά, γιατί όπως λένε και οι ντόπιοι, αν έλθεις μια φορά στο Αγκίστρι, θα θες να ξανάρχεσαι κάθε χρόνο!
Καλές Διακοπές!
All photos by Marialena, 2009
Links: Η επίσημη ιστοσελίδα του Αγκιστρίου
Δρομολόγια πλοίων για Αγκίστρι
Marialena, 21/7/2010
Πέμπτη 22 Ιουλίου 2010
Σάββατο 10 Ιουλίου 2010
Σαν όνειρο...
Βράδυ Κυριακής στη μεγάλη πόλη, μόλις ο ήλιος είχε δύσει και η δροσιά έδινε τη θέση της στη καλοκαιρινή ζέστη, ενώ το σκοτάδι απλωνόταν γοργά στον ουρανό. Μπήκαν σπίτι κατάκοποι από το πολύωρο ταξίδι της επιστροφής, ενώ εκείνη πήγε στο κρεβάτι να ξαπλώσει για να συνέλθει, εκείνος ξεπακετάρισε τα πράγματά του και κατευθύνθηκε προς το μπάνιο για να φρεσκαριστεί.
Λίγο πριν μπει την είδε να κείτεται στα στρωσίδια, με την αρμύρα ακόμα του ιδρώτα και του νερού κολλημένη στο δέρμα της, με τα μαλλιά της ξέλυτα και το κορμί της μαυρισμένο. Τη πλησίασε και εκείνη όταν τον ένιωσε δίπλα της, τον αγκάλιασε και τον φίλησε στα απόκρυφα σημεία του. Τον ξάφνιασε, καθώς εκείνος ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του χωρίς να υποκύπτει στον ερωτισμό της, σαν βρισκόταν μόνοι τους στο δωμάτιο, όλο το διάστημα που απουσίαζαν για το διήμερο.
Σε θέλω της είπε, με την έξαψη του πάθους να διαγράφεται σε όλο του πρόσωπο. Κι εγώ σε θέλω, του απάντησε εκείνη καθώς τα κορμιά τους αγγίζονταν με λαχτάρα. Όλο το σαββατοκύριακο ήθελα να σε νιώσω κοντά μου, πρόσθεσε. Της έβγαλε τα ρούχα και τα πέταξε στο πάτωμα ενώ το σώμα της διαγραφόταν από τη λάμψη του φεγγαριού στον ουρανό. Θα μας δουν οι γείτονες της είπε διστακτικά, δεν με νοιάζει αν μας δουν, του απάντησε χαμογελώντας και επιδόθηκαν στο παθιασμένο βαλς του έρωτά τους πάνω στα σεντόνια.
Σ' αγαπώ της φώναξε καθώς ενωνόταν ψυχές και κορμιά μαζί. Αγάπη μου, του ψιθύρισε κοιτώντας τον μέσα στα μάτια στη σκοτεινιά, αγάπη μου... Λέξεις που για εκείνην δεν ήταν διακοσμητικές, ήταν όλη της η καρδιά βγαλμένη σε μια τόσο μικρή μα και τόσο παντοδύναμη έννοια. Έπαιζαν και γελούσαν ενωμένοι, όσο έκαναν χιούμορ για το τι θα κάνουν άμα γεράσουν και δεν θα χαίρονται πια τον έρωτά τους με την ίδια ένταση κι έπειτα η κορύφωση, εσωτερική για εκείνην, σαν κελαρυστό νεράκι για εκείνον, ενώ ο καθένας τους την προσέφερε στον άλλον.
Σηκώθηκαν, πήγαν στο μπάνιο όπου με περισσή τρυφερότητα την έλουσε και τη σαπούνισε, ενώ εκείνη τον φιλούσε τρυφερά και τον χάιδευε ενώ την περιποιόταν. Της άρεσε αυτή η στιγμή, εκεί που ανάμεσα στο νερό και το σφουγγάρι, γινόταν στα χέρια του ξανά παιδί, ένα κοριτσάκι που με θύμισες παιδικές απολάμβανε τη φροντίδα και το νοιάξιμο του αγαπημένου της.
Λίγο ύστερα κι όσο η νύχτα προχωρούσε, στιγμές ανέμελες πριν κοιμηθούν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Εκείνος σηκωνόταν πιο νωρίς πάντα, ετοιμάστηκε για το γραφείο και την ξύπνησε με ένα φιλί φεύγοντας. Καλημέρα όλη μέρα, της είπε και της έδωσε ένα φιλάκι για να ξυπνήσει. Εκείνη γουργούρισε σαν γάτα, καθώς μισάνοιγε τα μάτια της και του έγνεφε καταφατικά προσπαθώντας να συνέλθει από τον ύπνο. Να πας στο καλό και πάρε με όταν γυρίσεις από τον γιατρό, του είπε και άκουσε τη πόρτα να κλείνει πίσω του.
Βράδυ της ίδιας μέρας, δεν είχε επικοινωνήσει μαζί της ακόμα. Τον πήρε στο τηλέφωνο, τον άκουσε ξέπνοο. Τι έγινε τον ρώτησε, γεμάτη αγωνία. Της απάντησε απρόθυμα, ενώ έδειχνε ακόμα πως ήταν σε σοκ από την ανακοίνωση της διάγνωσης. Θα το παλέψουμε του είπε, μην το βάζεις κάτω, όλα αντιμετωπίζονται, θα δεις. Ήθελε να την πιστέψει, μα μέσα του φαινόταν πως δεν ήταν σε θέση να κάνει κάτι τέτοιο ακόμα. Θα πάω και σε δεύτερο γιατρό, γιατί κατά βάθος θέλω να αποδείξω πως ο πρώτος έλεγε βλακείες, της είπε και μια σφήνα της καρφώθηκε στη καρδιά με τα λόγια του.
Σημασία έχει να αντιμετωπίσεις αυτό που συμβαίνει του είπε και όχι να ακούσεις άλλα αντί άλλων. Πιάσε την κατάσταση από τα μαλλιά, για να επανέλθει η ζωή σου στα φυσιολογικά το συντομότερο δυνατό, του είπε και πίστευε ακράδαντα αυτά που του έλεγε από την άλλη άκρη της γραμμής. Δεν της απάντησε, μόνον ένα άντε γεια της είπε, γιατί η ώρα είχε περάσει και ετοιμαζόταν να κοιμηθεί.
Εκείνη ξύπνησε δύσθυμη το επόμενο πρωϊνό, με ένα βάρος στο στήθος από τα πρόσφατα νέα. Στη ζωή της είχε μάθει να μην αναλώνεται πια σε γιατί και πως, αλλά να παίρνει την ασπίδα και να στέκεται απέναντι στα θεριά που της επιτήθονταν κατά καιρούς με τη δική της την υγεία. Ήταν αυστηρή απέναντί του και το ήξερε, μα αυτός πια ήταν ο δικός της μηχανισμός άμυνας απέναντι στο απροσδόκητο. Επικοινώνησε με τον γιατρό και έμαθε περισσότερα για το τι συνέβαινε και τι χρειαζόταν να γίνει στη συνέχεια.
Του μετέφερε τις διαπιστώσεις και εκείνος με το ζόρι συμμετείχε στη κουβέντα. Ο φόβος τον είχε καταβάλει και μαζί και η άρνηση επακόλουθο των ξαφνικών νέων που είχε λάβει και δεν είχε ακόμη αποδεχτεί μέσα του. Ετοιμαζόταν να λείψει ξανά το επόμενο σαββατοκύριακο, για να επισκεφθεί την οικογένειά του σε μια κοντινή πόλη. Της πρότεινε να πάνε μαζί, ενώ εκείνη προτίμησε να μείνει σπίτι για να ξεφύγει από τη βεβαρημένη ατμόσφαιρα.
Εκείνη ξεχνιόταν με τις δουλειές του σπιτιού και με τη μοναξιά της παρέα, έβλεπε αισθηματικές κομεντί με αίσιο τέλος, για να πείσει τον εαυτό της ότι υπάρχει και ευτυχής κατάληξη όταν οι άνθρωποι έχουν προβλήματα, ακόμα και αν αυτό διαφαίνεται μονάχα στις ταινίες ευρείας κατανάλωσης. Τα μάτια της νότιζαν καθώς σκεφτόταν πως ένα απρόσμενο γεγονός, μια ανατροπή στα έως τώρα δεδομένα, άλλαζε ξανά τις δικές της ισορροπίες μέσα στη σχέση της και δεν το άντεχε.
Ο ύπνος βαρύς έκλεισε ανόρεκτα τα βλέφαρά της για μιαν ακόμα νύχτα χωρίς εκείνον στο πλευρό της, ενώ οι σιωπές του και το "καλά" που έλεγε τυπικά όταν τον ρωτούσε τι κάνει και πως είναι, την σκότωναν. Πέντε χρόνια πριν είχε χάσει τον έρωτα της ζωής της από ανάλογη στάση απομάκρυνσης και τώρα ξαναεμφανίστηκαν στη μνήμη της, οι στιγμές όπου δυο άνθρωποι που αγαπιόταν, έγιναν ξανά ξένοι μεταξύ τους, με το χάσμα της έλλειψης επικοινωνίας να τους απομακρύνει μέρα με τη μέρα μέχρι τη τελική πράξη του δράματος. Δεν της ανοιγόταν και ο μεγάλος έρωτας τότε υπό το φάσμα οικογενειακής κρίσης, όπως έκανε και εκείνος τώρα.
Στριφογύριζε στο κρεβάτι της, ενώσω ο ταραγμένος της ύπνος την έκανε μια να σκεπάζεται, μια να πετάει το σεντόνι μακρυά της, ενώ έξαφνα ξύπνησε πνιγμένη από γοερά κλάματα μέσα σε εφιάλτη. Τον χάνω, σκέφτηκε και άνοιξε τα μάτια της έντρομη, τον χάνω από κοντά μου... όσο ψιλαφούσε να βρει τον διακόπτη για το φως και να σκουπίσει τα δάκρυα από το πρόσωπό της. Μέσα της τον ήθελε δυνατό, τον ήθελε να έχει το σθένος να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες τόσο τις δικές του όσο και τις δικές της που πιθανόν να προέκυπταν στο μέλλον, να τον νιώθει ότι μπορεί να την στηρίξει στα δύσκολα και όχι να κρύβεται πίσω από το δάκτυλό του στα προβλήματα.
Δεν έχω την πολυτέλεια να αφήνω τον χρόνο να περνάει εις βάρος κανενός μας, σκέφθηκε αφήνοντας έναν αναστεναγμό να σκίσει την σιγαλιά του ξημερώματος. Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της και πήγε ξανά να ξαπλώσει, έχοντας κάπως συνέλθει. Τι να κάνω Θεέ μου, τι να κάνω, αναρωτήθηκε, ενώ πρόβαλε στο μυαλό της το παρελθόν και το παρόν που έμοιαζαν τόσο πολύ μεταξύ τους ξανά. Δεν θέλω να γίνουμε δυο άνθρωποι που μας χωρίζει το χάος, κρύβεται από τον εαυτό του και κρύβεται και από μένα, για πόσο ακόμα?
Ξανακοιμήθηκε κουλουριασμένη, αγκαλιάζοντας το ίδιο της το κορμί για να βρει παρηγοριά. Το πρωί έλαβε επιβεβαίωση για την κράτηση που είχαν κάνει για τις ολιγοήμερες καλοκαιρινές τους διακοπές, τις πρώτες τους μαζί, μα οι έννοιες την έκαναν να μην χαίρεται ακόμα και την προοπτική ότι μπορεί να τις περνούσαν σε συναισθηματική απομάκρυνση. Καλύτερα να τον αφήσω ελεύθερο να στρέψει το ενδιαφέρον του στα προβλήματά του, σκέφθηκε, παρά να είμαστε μαζί και να μην είμαστε πια.
Έπρεπε να αντέξει ακόμα δυο εβδομάδες μακριά του, έπρεπε να αντέξει το γεγονός ότι ηθελημένα κρατούσε τις αποστάσεις του πληγωμένος και μόνος για την προσαρμογή του στη νέα πραγματικότητα. Ήθελε τόσο πολύ να τον ταρακουνήσει, να τον πάρει από το χέρι και να του πει ότι η ζωή δεν τελειώνει στη πρώτη ανηφοριά, μα έφευγε από εκείνη όπως έφευγε πάντα στη ζωή του και πρωτύτερα. Σε αντίθεση με εκείνη που διάλεγε να ανοίξει το δρόμο για την επόμενη μέρα, για να μην γίνεται βάρος σε κανέναν και για τίποτα, μέσα από τη δική της ηρωϊκή έξοδο.
Έκλεινε τα μάτια και κρατούσε μέσα της το τελευταίο σαββατοκύριακο μαζί, το φιλί που της έδωσε έξαφνα μέσα στο αμάξι στην άκρη του δρόμου ακούγοντας από το cd τη μουσική του Yann Tiersen, τις διακοπές που περίμεναν με λαχτάρα για να χαρούν τον έρωτά τους και το νέο ξεκίνημα στη ζωή τους, το βράδυ που τον πόθησε και τον έκανε δικό της για τελευταία φορά. Σαν όνειρο, ήθελε να είναι η μάνα των αγέννητων παιδιών του και ας μη γινόταν ποτέ αυτό πραγματικότητα, ούτε καν σαν ενδεχόμενο, ούτε καν στα όνειρά της...
Yann Tiersen - La valse d' Amelie
Marialena, 10/7/2010
Λίγο πριν μπει την είδε να κείτεται στα στρωσίδια, με την αρμύρα ακόμα του ιδρώτα και του νερού κολλημένη στο δέρμα της, με τα μαλλιά της ξέλυτα και το κορμί της μαυρισμένο. Τη πλησίασε και εκείνη όταν τον ένιωσε δίπλα της, τον αγκάλιασε και τον φίλησε στα απόκρυφα σημεία του. Τον ξάφνιασε, καθώς εκείνος ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του χωρίς να υποκύπτει στον ερωτισμό της, σαν βρισκόταν μόνοι τους στο δωμάτιο, όλο το διάστημα που απουσίαζαν για το διήμερο.
Σε θέλω της είπε, με την έξαψη του πάθους να διαγράφεται σε όλο του πρόσωπο. Κι εγώ σε θέλω, του απάντησε εκείνη καθώς τα κορμιά τους αγγίζονταν με λαχτάρα. Όλο το σαββατοκύριακο ήθελα να σε νιώσω κοντά μου, πρόσθεσε. Της έβγαλε τα ρούχα και τα πέταξε στο πάτωμα ενώ το σώμα της διαγραφόταν από τη λάμψη του φεγγαριού στον ουρανό. Θα μας δουν οι γείτονες της είπε διστακτικά, δεν με νοιάζει αν μας δουν, του απάντησε χαμογελώντας και επιδόθηκαν στο παθιασμένο βαλς του έρωτά τους πάνω στα σεντόνια.
Σ' αγαπώ της φώναξε καθώς ενωνόταν ψυχές και κορμιά μαζί. Αγάπη μου, του ψιθύρισε κοιτώντας τον μέσα στα μάτια στη σκοτεινιά, αγάπη μου... Λέξεις που για εκείνην δεν ήταν διακοσμητικές, ήταν όλη της η καρδιά βγαλμένη σε μια τόσο μικρή μα και τόσο παντοδύναμη έννοια. Έπαιζαν και γελούσαν ενωμένοι, όσο έκαναν χιούμορ για το τι θα κάνουν άμα γεράσουν και δεν θα χαίρονται πια τον έρωτά τους με την ίδια ένταση κι έπειτα η κορύφωση, εσωτερική για εκείνην, σαν κελαρυστό νεράκι για εκείνον, ενώ ο καθένας τους την προσέφερε στον άλλον.
Σηκώθηκαν, πήγαν στο μπάνιο όπου με περισσή τρυφερότητα την έλουσε και τη σαπούνισε, ενώ εκείνη τον φιλούσε τρυφερά και τον χάιδευε ενώ την περιποιόταν. Της άρεσε αυτή η στιγμή, εκεί που ανάμεσα στο νερό και το σφουγγάρι, γινόταν στα χέρια του ξανά παιδί, ένα κοριτσάκι που με θύμισες παιδικές απολάμβανε τη φροντίδα και το νοιάξιμο του αγαπημένου της.
Λίγο ύστερα κι όσο η νύχτα προχωρούσε, στιγμές ανέμελες πριν κοιμηθούν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Εκείνος σηκωνόταν πιο νωρίς πάντα, ετοιμάστηκε για το γραφείο και την ξύπνησε με ένα φιλί φεύγοντας. Καλημέρα όλη μέρα, της είπε και της έδωσε ένα φιλάκι για να ξυπνήσει. Εκείνη γουργούρισε σαν γάτα, καθώς μισάνοιγε τα μάτια της και του έγνεφε καταφατικά προσπαθώντας να συνέλθει από τον ύπνο. Να πας στο καλό και πάρε με όταν γυρίσεις από τον γιατρό, του είπε και άκουσε τη πόρτα να κλείνει πίσω του.
Βράδυ της ίδιας μέρας, δεν είχε επικοινωνήσει μαζί της ακόμα. Τον πήρε στο τηλέφωνο, τον άκουσε ξέπνοο. Τι έγινε τον ρώτησε, γεμάτη αγωνία. Της απάντησε απρόθυμα, ενώ έδειχνε ακόμα πως ήταν σε σοκ από την ανακοίνωση της διάγνωσης. Θα το παλέψουμε του είπε, μην το βάζεις κάτω, όλα αντιμετωπίζονται, θα δεις. Ήθελε να την πιστέψει, μα μέσα του φαινόταν πως δεν ήταν σε θέση να κάνει κάτι τέτοιο ακόμα. Θα πάω και σε δεύτερο γιατρό, γιατί κατά βάθος θέλω να αποδείξω πως ο πρώτος έλεγε βλακείες, της είπε και μια σφήνα της καρφώθηκε στη καρδιά με τα λόγια του.
Σημασία έχει να αντιμετωπίσεις αυτό που συμβαίνει του είπε και όχι να ακούσεις άλλα αντί άλλων. Πιάσε την κατάσταση από τα μαλλιά, για να επανέλθει η ζωή σου στα φυσιολογικά το συντομότερο δυνατό, του είπε και πίστευε ακράδαντα αυτά που του έλεγε από την άλλη άκρη της γραμμής. Δεν της απάντησε, μόνον ένα άντε γεια της είπε, γιατί η ώρα είχε περάσει και ετοιμαζόταν να κοιμηθεί.
Εκείνη ξύπνησε δύσθυμη το επόμενο πρωϊνό, με ένα βάρος στο στήθος από τα πρόσφατα νέα. Στη ζωή της είχε μάθει να μην αναλώνεται πια σε γιατί και πως, αλλά να παίρνει την ασπίδα και να στέκεται απέναντι στα θεριά που της επιτήθονταν κατά καιρούς με τη δική της την υγεία. Ήταν αυστηρή απέναντί του και το ήξερε, μα αυτός πια ήταν ο δικός της μηχανισμός άμυνας απέναντι στο απροσδόκητο. Επικοινώνησε με τον γιατρό και έμαθε περισσότερα για το τι συνέβαινε και τι χρειαζόταν να γίνει στη συνέχεια.
Του μετέφερε τις διαπιστώσεις και εκείνος με το ζόρι συμμετείχε στη κουβέντα. Ο φόβος τον είχε καταβάλει και μαζί και η άρνηση επακόλουθο των ξαφνικών νέων που είχε λάβει και δεν είχε ακόμη αποδεχτεί μέσα του. Ετοιμαζόταν να λείψει ξανά το επόμενο σαββατοκύριακο, για να επισκεφθεί την οικογένειά του σε μια κοντινή πόλη. Της πρότεινε να πάνε μαζί, ενώ εκείνη προτίμησε να μείνει σπίτι για να ξεφύγει από τη βεβαρημένη ατμόσφαιρα.
Εκείνη ξεχνιόταν με τις δουλειές του σπιτιού και με τη μοναξιά της παρέα, έβλεπε αισθηματικές κομεντί με αίσιο τέλος, για να πείσει τον εαυτό της ότι υπάρχει και ευτυχής κατάληξη όταν οι άνθρωποι έχουν προβλήματα, ακόμα και αν αυτό διαφαίνεται μονάχα στις ταινίες ευρείας κατανάλωσης. Τα μάτια της νότιζαν καθώς σκεφτόταν πως ένα απρόσμενο γεγονός, μια ανατροπή στα έως τώρα δεδομένα, άλλαζε ξανά τις δικές της ισορροπίες μέσα στη σχέση της και δεν το άντεχε.
Ο ύπνος βαρύς έκλεισε ανόρεκτα τα βλέφαρά της για μιαν ακόμα νύχτα χωρίς εκείνον στο πλευρό της, ενώ οι σιωπές του και το "καλά" που έλεγε τυπικά όταν τον ρωτούσε τι κάνει και πως είναι, την σκότωναν. Πέντε χρόνια πριν είχε χάσει τον έρωτα της ζωής της από ανάλογη στάση απομάκρυνσης και τώρα ξαναεμφανίστηκαν στη μνήμη της, οι στιγμές όπου δυο άνθρωποι που αγαπιόταν, έγιναν ξανά ξένοι μεταξύ τους, με το χάσμα της έλλειψης επικοινωνίας να τους απομακρύνει μέρα με τη μέρα μέχρι τη τελική πράξη του δράματος. Δεν της ανοιγόταν και ο μεγάλος έρωτας τότε υπό το φάσμα οικογενειακής κρίσης, όπως έκανε και εκείνος τώρα.
Στριφογύριζε στο κρεβάτι της, ενώσω ο ταραγμένος της ύπνος την έκανε μια να σκεπάζεται, μια να πετάει το σεντόνι μακρυά της, ενώ έξαφνα ξύπνησε πνιγμένη από γοερά κλάματα μέσα σε εφιάλτη. Τον χάνω, σκέφτηκε και άνοιξε τα μάτια της έντρομη, τον χάνω από κοντά μου... όσο ψιλαφούσε να βρει τον διακόπτη για το φως και να σκουπίσει τα δάκρυα από το πρόσωπό της. Μέσα της τον ήθελε δυνατό, τον ήθελε να έχει το σθένος να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες τόσο τις δικές του όσο και τις δικές της που πιθανόν να προέκυπταν στο μέλλον, να τον νιώθει ότι μπορεί να την στηρίξει στα δύσκολα και όχι να κρύβεται πίσω από το δάκτυλό του στα προβλήματα.
Δεν έχω την πολυτέλεια να αφήνω τον χρόνο να περνάει εις βάρος κανενός μας, σκέφθηκε αφήνοντας έναν αναστεναγμό να σκίσει την σιγαλιά του ξημερώματος. Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της και πήγε ξανά να ξαπλώσει, έχοντας κάπως συνέλθει. Τι να κάνω Θεέ μου, τι να κάνω, αναρωτήθηκε, ενώ πρόβαλε στο μυαλό της το παρελθόν και το παρόν που έμοιαζαν τόσο πολύ μεταξύ τους ξανά. Δεν θέλω να γίνουμε δυο άνθρωποι που μας χωρίζει το χάος, κρύβεται από τον εαυτό του και κρύβεται και από μένα, για πόσο ακόμα?
Ξανακοιμήθηκε κουλουριασμένη, αγκαλιάζοντας το ίδιο της το κορμί για να βρει παρηγοριά. Το πρωί έλαβε επιβεβαίωση για την κράτηση που είχαν κάνει για τις ολιγοήμερες καλοκαιρινές τους διακοπές, τις πρώτες τους μαζί, μα οι έννοιες την έκαναν να μην χαίρεται ακόμα και την προοπτική ότι μπορεί να τις περνούσαν σε συναισθηματική απομάκρυνση. Καλύτερα να τον αφήσω ελεύθερο να στρέψει το ενδιαφέρον του στα προβλήματά του, σκέφθηκε, παρά να είμαστε μαζί και να μην είμαστε πια.
Έπρεπε να αντέξει ακόμα δυο εβδομάδες μακριά του, έπρεπε να αντέξει το γεγονός ότι ηθελημένα κρατούσε τις αποστάσεις του πληγωμένος και μόνος για την προσαρμογή του στη νέα πραγματικότητα. Ήθελε τόσο πολύ να τον ταρακουνήσει, να τον πάρει από το χέρι και να του πει ότι η ζωή δεν τελειώνει στη πρώτη ανηφοριά, μα έφευγε από εκείνη όπως έφευγε πάντα στη ζωή του και πρωτύτερα. Σε αντίθεση με εκείνη που διάλεγε να ανοίξει το δρόμο για την επόμενη μέρα, για να μην γίνεται βάρος σε κανέναν και για τίποτα, μέσα από τη δική της ηρωϊκή έξοδο.
Έκλεινε τα μάτια και κρατούσε μέσα της το τελευταίο σαββατοκύριακο μαζί, το φιλί που της έδωσε έξαφνα μέσα στο αμάξι στην άκρη του δρόμου ακούγοντας από το cd τη μουσική του Yann Tiersen, τις διακοπές που περίμεναν με λαχτάρα για να χαρούν τον έρωτά τους και το νέο ξεκίνημα στη ζωή τους, το βράδυ που τον πόθησε και τον έκανε δικό της για τελευταία φορά. Σαν όνειρο, ήθελε να είναι η μάνα των αγέννητων παιδιών του και ας μη γινόταν ποτέ αυτό πραγματικότητα, ούτε καν σαν ενδεχόμενο, ούτε καν στα όνειρά της...
Yann Tiersen - La valse d' Amelie
Marialena, 10/7/2010
Κυριακή 27 Ιουνίου 2010
Ου γαρ έρχεται μόνον...
Πάντοτε είχα την επιθυμία να βλέπω στο περιβάλλον μου ανθρώπους με διάθεση για ζωή και θετική προαίρεση. Ιδιαίτερα μου άρεσε να αντικρίζω παιδιά νεότερα στην ηλικία από μένα, που με τον τρόπο τους είχαν καταφέρει να ξεπεράσουν τη δική μου γενιά στη νοοτροπία και στα πεπραγμένα και να χαράξουν τη δική τους πορεία στη ζωή.
Θα πω ότι έχω μεγάλη αδυναμία στα αδέλφια μου, τα "γλυκά παιδιά" ειδικότερα, που χαίρομαι στο πέρασμα του χρόνου να τα βλέπω να προχωρούν και να γίνονται ενήλικες με δική τους προσωπικότητα και με ολοκληρωμένη άποψη για τα πράγματα. Τα καμαρώνω καθώς λίγο πριν τα τριάντα τους χρόνια, έχουν σπουδάσει, εργάζονται, ερωτεύονται και παντρεύονται τους ανθρώπους που είναι στο πλάι τους και αναπόφευκτα, κάνω τις συγκρίσεις μου για το πριν και το τώρα.
Σκέφτομαι πως δέκα χρόνια πριν σχεδόν, έκανα και εγώ τα δικά μου δειλά βήματα να έλθω σε επαφή με το άλλο φύλο, ενώ ήμουν βυθισμένη στη δίνη της προσπάθειας να φέρω το βάρος μου σε φυσιολογικά επίπεδα λόγω αλλαγής της ινσουλινοθεραπείας μου και φλερτάροντας έντονα με την κατάθλιψη και τα υπαρξιακά αδιέξοδα στο κατώφλι της τρίτης δεκαετίας του βίου μου.
Δέκα χρόνια μετά, ο χρόνος δεν έχει φανεί επιεικής μαζί μου όσον αφορά τις επιπτώσεις του διαβήτη που επί 28 χρόνια έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξής μου. Ενώ έχω καταφέρει να διατηρώ μια σχετική ισορροπία οργανικά που βασίζεται στην υγιεινή διατροφή, την άσκηση και έναν πολύ "μαζεμένο" τρόπο ζωής που δεν βασίζεται σε καταχρήσεις, τα περιφερειακά συστήματα έχουν αρχίσει να δείχνουν καιρό τώρα την επιβάρυνση που έχουν δεχτεί, εξαιτίας της πολύχρονης διαβίωσης με τον διαβήτη.
Όταν στα 23 μου ανέλαβα πια πλήρως την ευθύνη του εαυτού μου όσον αφορά τη ρύθμιση του σακχάρου στον οργανισμό μου, πίστεψα διακαώς αυτό που μου είχε πει τότε η γιατρός μου, ότι από εμένα εξαρτάται να ζήσω χωρίς προβλήματα στην υγεία μου, εφόσον διατηρήσω σε καλά επίπεδα τη γλυκόζη στο αίμα μου και από τότε έχουν περάσει πάνω από 16 χρόνια που ανελλιπώς έχω το κίνητρο να το κάνω.
Όμως έχω κλονιστεί τελευταία, καθώς πρόσφατα η οφθαλμιάτρός μου με ενημέρωσε πως στο παιχνίδι προστέθηκε ένας ακόμα παίχτης, ο καταρράκτης, που ήλθε στη ζωή μου ανέλπιστα και πάλι λόγω του διαβήτη τύπου 1, που ευθύνεται για τον εκφυλισμό και τη δυσλειτουργία όσων οργάνων σχετίζονται με αυτόν άμεσα ή έμμεσα. Άρχισα να βλέπω ανθρώπους με τα διπλάσια χρόνια από μένα να αντιμετωπίζουν ανάλογες περιπτώσεις που χρήζουν θεραπείας, όπως και στη περίπτωσή μου όταν πλέον έλθει η ώρα για κάτι τέτοιο.
Έξαφνα ένιωσα να γερνάω, σε ένα σώμα που ακόμα παραμένει δραστήριο και ενεργητικό και σε μια ψυχή που άρχισε να συσχετίζεται με όλους εκείνους τους συνανθρώπους μας στη τρίτη ηλικία, πριν καλά καλά κλείσω τα σαράντα και έπεται συνέχεια. Τώρα μπορώ να καταλάβω τους λόγους για τους οποίους οι παππούδες μας ή γονείς μας παραπονιούνται και δυσθυμούν, ενώ τους κατακλείζουν ανάλογες δυσλειτουργίες που τους μειώνουν τη λειτουργικότητα συγκεκριμένων οργάνων όπως τα μάτια και περιορίζονται σε έναν τρόπο ζωής τέτοιο που τους υπαγορεύει η όραση με τον καταρράκτη.
Μετά το πρώτο ξάφνιασμα μετά τη διάγνωση, ο συσχετισμός με τον διαβήτη και η αναφορά και άλλων ανάλογων περιπτώσεων σε νεαρή ηλικία. "Άλλοι χρειάζονται πέντε μήνες για να χειρουργηθούν" μου είπε η γιατρός μου και μου συνέστησε συνεχή παρακολούθηση για την εξέλιξη της πάθησης. Σε μένα ήδη αντιλαμβάνομαι πως θα πάρει πολύ περισσότερο για να φτάσω στο σημείο να απαλλαγώ από τη θαμπάδα στον φακό που περιορίζει κατά πολύ την κεντρική μου όραση και στα δυο μάτια. Ήδη το γεγονός ότι με την οπτομέτρη μου είχαμε καταφέρει λίγους μήνες πριν, να βελτιώσουμε την οπτική μου οξύτητα μέσω ασκήσεων και υποστηρικτικής αγωγής με λουτεϊνη και μύρτιλο, φαντάζει σαν ένα μακρινό παρελθόν που θα αργήσω να ξαναγυρίσω, αν κάποτε ανακτήσω την όραση που χάνεται με τον καταρράκτη.
Παίρνω ήδη φυτικά συμπληρώματα που υπόσχονται ότι θα βοηθήσουν στην αντιμετώπιση της κατάστασης, αλλά η ψυχολογική μου ισορροπία, ξανά έχει ανατραπεί. Ήθελα στη ζωή μου (και χρησιμοποιώ εξεπίτηδες αόριστο εδώ), να έχω την ευκαιρία να ζήσω κάνοντας τον κύκλο μου, να πραγματώσω τον σκοπό για τον οποίο ήλθα στη γη και όχι να γίνω δέσμια των γιατρών και των διαφόρων διαγνώσεων και διαπιστώσεων που με φορτίζουν με επιπρόσθετα βάρη και υποχρεώσεις από εδώ και μπρος. Ήθελα να έχω μιαν αξιοπρεπή διαβίωση, χωρίς να παραβαρύνω γι' αυτόν τον σκοπό το περιβάλλον και τον περίγυρό μου και να υποχρεώνω τους αγαπημένους μου να με αντιμετωπίζουν σαν "πρόβλημα" αντί για άνθρωπο, σαν όλους τους άλλους. Ήθελα να μπορώ να κάνω όνειρα για το αύριο που ξημερώνει, αντί να σκέφτομαι τι άλλο με περιμένει από εδώ και εμπρός που θα κληθώ να αντιμετωπίσω σε προσωπικό επίπεδο.
Δεν μου χρωστάνε τίποτε οι δικοί μου άνθρωποι να αντιμετωπίζουν τις δικές μου προκλήσεις, όποιες και αν είναι αυτές, γι' αυτό και συχνά κρατώ τους προβληματισμούς μου για τον εαυτό μου και καταφεύγω σε έναν βουβό θρήνο για όλα όσα συμβαίνουν, ενώ προσπαθώ ανάμεσα να διατηρήσω το ηθικό μου ακμαίο και να μην γονατίσω μπροστά στις δυσκολίες. Ήθελα και εγώ να κάνω οικογένεια και παιδιά, μα όσο περνάει ο καιρός μέσα μου νιώθω να απομακρύνεται αυτή η προοπτική, άλλες φορές σαν άμυνα και άλλες μην αντέχοντας στην ιδέα πως η ζωή μου θα περνάει με περισσότερα σύννεφα παρά ήλιο στον ορίζοντα της ψυχής μου. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που όταν οι φίλοι μου τα άτομα με διαβήτη, είναι καλά στη προσωπική τους ζωή και οι σύντροφοί τους δείχνουν πόσο τους αγαπούν και τους στηρίζουν, να τα καμαρώνω και να θέλω πριν από όλα να είναι καλά και να ζήσουν τη ζωή που τους αξίζει μακριά από επιπλοκές και ψυχολογικές επιβαρύνσεις.
"Εσύ είσαι δυνατή, είσαι αισιόδοξη, δεν έχεις ανάγκη...", ακούω συχνά από όσους αντί να βλέπουν εμένα, βλέπουν αυτό που θα ήθελαν να δουν σαν αντικατοπτρισμό αυτού που θα ήθελαν να είναι οι ίδιοι. Ναι, έχω και αυτές τις ιδιότητες μέσα μου, όπως και άλλες λιγότερο ή περισσότερο λειτουργικές. Όμως μέσα μου έχω και αυτόν τον διακαή πόθο να ζήσω σε αυτή τη ζωή όσα την κάνουν να πιστεύεις ότι έζησες και όχι ότι πέρασες σαν λαθρεπιβάτης, μην έχοντας επαφή με το νόημα και τη γλύκα της, γιατί έχει και χαρά μέσα της και ομορφιές ανείπωτες που περιμένουν να τις ανακαλύψεις με ματιά πέραν από τα δεδομένα και γι' αυτό δεν είναι μόνον βάσανα και οικτιρμοί, ούτε Γολγοθάδες και Καιάδες, για όνομα!
Δεν ξέρω αν θα προλάβω, ή αν θα μπορέσω να κάνω τα όνειρά μου πραγματικότητα, αυτά τα μικρά και τόσο προσωπικά ζητούμενα που σε κινητοποιούν για να πηγαίνεις παρακάτω. Τουλάχιστον να είμαι ικανή και άξια να κάνω τους γύρω μου να βιώνουν την ευτυχία μέσα από την αλληλεπίδρασή μας και η παρουσία μου στη ζωή τους να έχει, όσο γίνεται, θετικό αντίκτυπο, αυτό θέλω. Για μένα δεν ξέρω τι να ευχηθώ, αφού όσα θεωρούσα δεδομένα, κάθε μέρα ανατρέπονται και καλούμαι να αναπροσαρμόζομαι ανάλογα, όσο και αν αυτό με δυσκολεύει κατά περίπτωση.

Show me the way to your heart, image by Flickr.com
Ή μη τι άλλο, αν είναι θέλημα Θεού, ας μην με βασανίζει εις το διηνεκές, γιατί καλύτερα τότε να με πάρει κοντά του, αν αυτό που ζω δεν είναι πια ζωή που έχει ως χαρακτηριστικό της την αξιοπρέπεια και αυτοτέλεια, γιατί να ζήσω θέλω και όχι να φυτοζωώ φορτωμένη χίλιες δυο έννοιες και βάρη που δεν ξέρω τι συμβόλαιο έχω κάνει με τον "Έξω-από-εδώ" σε κάποια από τις προηγούμενες ζωές μου και τώρα τα έχω φορτωθεί στη καμπούρα μου για όσο ζω και υπάρχω. Αλλιώς, θα το κάνω γαργάρα κι αυτό και θα προσπαθήσω να αντεπεξέλθω με όποιον τρόπο μπορώ και έχω περιθώρια, τι άλλο?
Μαριαλένα, 27/06/2010
Θα πω ότι έχω μεγάλη αδυναμία στα αδέλφια μου, τα "γλυκά παιδιά" ειδικότερα, που χαίρομαι στο πέρασμα του χρόνου να τα βλέπω να προχωρούν και να γίνονται ενήλικες με δική τους προσωπικότητα και με ολοκληρωμένη άποψη για τα πράγματα. Τα καμαρώνω καθώς λίγο πριν τα τριάντα τους χρόνια, έχουν σπουδάσει, εργάζονται, ερωτεύονται και παντρεύονται τους ανθρώπους που είναι στο πλάι τους και αναπόφευκτα, κάνω τις συγκρίσεις μου για το πριν και το τώρα.
Σκέφτομαι πως δέκα χρόνια πριν σχεδόν, έκανα και εγώ τα δικά μου δειλά βήματα να έλθω σε επαφή με το άλλο φύλο, ενώ ήμουν βυθισμένη στη δίνη της προσπάθειας να φέρω το βάρος μου σε φυσιολογικά επίπεδα λόγω αλλαγής της ινσουλινοθεραπείας μου και φλερτάροντας έντονα με την κατάθλιψη και τα υπαρξιακά αδιέξοδα στο κατώφλι της τρίτης δεκαετίας του βίου μου.
Δέκα χρόνια μετά, ο χρόνος δεν έχει φανεί επιεικής μαζί μου όσον αφορά τις επιπτώσεις του διαβήτη που επί 28 χρόνια έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξής μου. Ενώ έχω καταφέρει να διατηρώ μια σχετική ισορροπία οργανικά που βασίζεται στην υγιεινή διατροφή, την άσκηση και έναν πολύ "μαζεμένο" τρόπο ζωής που δεν βασίζεται σε καταχρήσεις, τα περιφερειακά συστήματα έχουν αρχίσει να δείχνουν καιρό τώρα την επιβάρυνση που έχουν δεχτεί, εξαιτίας της πολύχρονης διαβίωσης με τον διαβήτη.
Όταν στα 23 μου ανέλαβα πια πλήρως την ευθύνη του εαυτού μου όσον αφορά τη ρύθμιση του σακχάρου στον οργανισμό μου, πίστεψα διακαώς αυτό που μου είχε πει τότε η γιατρός μου, ότι από εμένα εξαρτάται να ζήσω χωρίς προβλήματα στην υγεία μου, εφόσον διατηρήσω σε καλά επίπεδα τη γλυκόζη στο αίμα μου και από τότε έχουν περάσει πάνω από 16 χρόνια που ανελλιπώς έχω το κίνητρο να το κάνω.
Όμως έχω κλονιστεί τελευταία, καθώς πρόσφατα η οφθαλμιάτρός μου με ενημέρωσε πως στο παιχνίδι προστέθηκε ένας ακόμα παίχτης, ο καταρράκτης, που ήλθε στη ζωή μου ανέλπιστα και πάλι λόγω του διαβήτη τύπου 1, που ευθύνεται για τον εκφυλισμό και τη δυσλειτουργία όσων οργάνων σχετίζονται με αυτόν άμεσα ή έμμεσα. Άρχισα να βλέπω ανθρώπους με τα διπλάσια χρόνια από μένα να αντιμετωπίζουν ανάλογες περιπτώσεις που χρήζουν θεραπείας, όπως και στη περίπτωσή μου όταν πλέον έλθει η ώρα για κάτι τέτοιο.
Έξαφνα ένιωσα να γερνάω, σε ένα σώμα που ακόμα παραμένει δραστήριο και ενεργητικό και σε μια ψυχή που άρχισε να συσχετίζεται με όλους εκείνους τους συνανθρώπους μας στη τρίτη ηλικία, πριν καλά καλά κλείσω τα σαράντα και έπεται συνέχεια. Τώρα μπορώ να καταλάβω τους λόγους για τους οποίους οι παππούδες μας ή γονείς μας παραπονιούνται και δυσθυμούν, ενώ τους κατακλείζουν ανάλογες δυσλειτουργίες που τους μειώνουν τη λειτουργικότητα συγκεκριμένων οργάνων όπως τα μάτια και περιορίζονται σε έναν τρόπο ζωής τέτοιο που τους υπαγορεύει η όραση με τον καταρράκτη.
Μετά το πρώτο ξάφνιασμα μετά τη διάγνωση, ο συσχετισμός με τον διαβήτη και η αναφορά και άλλων ανάλογων περιπτώσεων σε νεαρή ηλικία. "Άλλοι χρειάζονται πέντε μήνες για να χειρουργηθούν" μου είπε η γιατρός μου και μου συνέστησε συνεχή παρακολούθηση για την εξέλιξη της πάθησης. Σε μένα ήδη αντιλαμβάνομαι πως θα πάρει πολύ περισσότερο για να φτάσω στο σημείο να απαλλαγώ από τη θαμπάδα στον φακό που περιορίζει κατά πολύ την κεντρική μου όραση και στα δυο μάτια. Ήδη το γεγονός ότι με την οπτομέτρη μου είχαμε καταφέρει λίγους μήνες πριν, να βελτιώσουμε την οπτική μου οξύτητα μέσω ασκήσεων και υποστηρικτικής αγωγής με λουτεϊνη και μύρτιλο, φαντάζει σαν ένα μακρινό παρελθόν που θα αργήσω να ξαναγυρίσω, αν κάποτε ανακτήσω την όραση που χάνεται με τον καταρράκτη.
Παίρνω ήδη φυτικά συμπληρώματα που υπόσχονται ότι θα βοηθήσουν στην αντιμετώπιση της κατάστασης, αλλά η ψυχολογική μου ισορροπία, ξανά έχει ανατραπεί. Ήθελα στη ζωή μου (και χρησιμοποιώ εξεπίτηδες αόριστο εδώ), να έχω την ευκαιρία να ζήσω κάνοντας τον κύκλο μου, να πραγματώσω τον σκοπό για τον οποίο ήλθα στη γη και όχι να γίνω δέσμια των γιατρών και των διαφόρων διαγνώσεων και διαπιστώσεων που με φορτίζουν με επιπρόσθετα βάρη και υποχρεώσεις από εδώ και μπρος. Ήθελα να έχω μιαν αξιοπρεπή διαβίωση, χωρίς να παραβαρύνω γι' αυτόν τον σκοπό το περιβάλλον και τον περίγυρό μου και να υποχρεώνω τους αγαπημένους μου να με αντιμετωπίζουν σαν "πρόβλημα" αντί για άνθρωπο, σαν όλους τους άλλους. Ήθελα να μπορώ να κάνω όνειρα για το αύριο που ξημερώνει, αντί να σκέφτομαι τι άλλο με περιμένει από εδώ και εμπρός που θα κληθώ να αντιμετωπίσω σε προσωπικό επίπεδο.
Δεν μου χρωστάνε τίποτε οι δικοί μου άνθρωποι να αντιμετωπίζουν τις δικές μου προκλήσεις, όποιες και αν είναι αυτές, γι' αυτό και συχνά κρατώ τους προβληματισμούς μου για τον εαυτό μου και καταφεύγω σε έναν βουβό θρήνο για όλα όσα συμβαίνουν, ενώ προσπαθώ ανάμεσα να διατηρήσω το ηθικό μου ακμαίο και να μην γονατίσω μπροστά στις δυσκολίες. Ήθελα και εγώ να κάνω οικογένεια και παιδιά, μα όσο περνάει ο καιρός μέσα μου νιώθω να απομακρύνεται αυτή η προοπτική, άλλες φορές σαν άμυνα και άλλες μην αντέχοντας στην ιδέα πως η ζωή μου θα περνάει με περισσότερα σύννεφα παρά ήλιο στον ορίζοντα της ψυχής μου. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που όταν οι φίλοι μου τα άτομα με διαβήτη, είναι καλά στη προσωπική τους ζωή και οι σύντροφοί τους δείχνουν πόσο τους αγαπούν και τους στηρίζουν, να τα καμαρώνω και να θέλω πριν από όλα να είναι καλά και να ζήσουν τη ζωή που τους αξίζει μακριά από επιπλοκές και ψυχολογικές επιβαρύνσεις.
"Εσύ είσαι δυνατή, είσαι αισιόδοξη, δεν έχεις ανάγκη...", ακούω συχνά από όσους αντί να βλέπουν εμένα, βλέπουν αυτό που θα ήθελαν να δουν σαν αντικατοπτρισμό αυτού που θα ήθελαν να είναι οι ίδιοι. Ναι, έχω και αυτές τις ιδιότητες μέσα μου, όπως και άλλες λιγότερο ή περισσότερο λειτουργικές. Όμως μέσα μου έχω και αυτόν τον διακαή πόθο να ζήσω σε αυτή τη ζωή όσα την κάνουν να πιστεύεις ότι έζησες και όχι ότι πέρασες σαν λαθρεπιβάτης, μην έχοντας επαφή με το νόημα και τη γλύκα της, γιατί έχει και χαρά μέσα της και ομορφιές ανείπωτες που περιμένουν να τις ανακαλύψεις με ματιά πέραν από τα δεδομένα και γι' αυτό δεν είναι μόνον βάσανα και οικτιρμοί, ούτε Γολγοθάδες και Καιάδες, για όνομα!
Δεν ξέρω αν θα προλάβω, ή αν θα μπορέσω να κάνω τα όνειρά μου πραγματικότητα, αυτά τα μικρά και τόσο προσωπικά ζητούμενα που σε κινητοποιούν για να πηγαίνεις παρακάτω. Τουλάχιστον να είμαι ικανή και άξια να κάνω τους γύρω μου να βιώνουν την ευτυχία μέσα από την αλληλεπίδρασή μας και η παρουσία μου στη ζωή τους να έχει, όσο γίνεται, θετικό αντίκτυπο, αυτό θέλω. Για μένα δεν ξέρω τι να ευχηθώ, αφού όσα θεωρούσα δεδομένα, κάθε μέρα ανατρέπονται και καλούμαι να αναπροσαρμόζομαι ανάλογα, όσο και αν αυτό με δυσκολεύει κατά περίπτωση.
Show me the way to your heart, image by Flickr.com
Ή μη τι άλλο, αν είναι θέλημα Θεού, ας μην με βασανίζει εις το διηνεκές, γιατί καλύτερα τότε να με πάρει κοντά του, αν αυτό που ζω δεν είναι πια ζωή που έχει ως χαρακτηριστικό της την αξιοπρέπεια και αυτοτέλεια, γιατί να ζήσω θέλω και όχι να φυτοζωώ φορτωμένη χίλιες δυο έννοιες και βάρη που δεν ξέρω τι συμβόλαιο έχω κάνει με τον "Έξω-από-εδώ" σε κάποια από τις προηγούμενες ζωές μου και τώρα τα έχω φορτωθεί στη καμπούρα μου για όσο ζω και υπάρχω. Αλλιώς, θα το κάνω γαργάρα κι αυτό και θα προσπαθήσω να αντεπεξέλθω με όποιον τρόπο μπορώ και έχω περιθώρια, τι άλλο?
Μαριαλένα, 27/06/2010
Τετάρτη 9 Ιουνίου 2010
Ωραίος ως Έλλην?
Πότε ήταν η τελευταία φορά που αισθάνθηκες εθνικά υπερήφανος? Πότε η λέξη Ελλάδα σου έφερε στον νου αυτό το "κάτι" που νιώθεις όταν σκιρτάς μέσα σου? Όταν ήσουν μήπως σχολιαρόπαιδο και έκανες παρέλαση στις εθνικές επετείους? Ή μήπως όταν για μια και μοναδική φορά η Ελλάδα μπόρεσε να χαμογελάσει στη σύγχρονη ιστορία της, φιλοξενώντας στον τόπο μας τους Ολυμπιακούς Αγώνες το 2004 ή στη Λισσαβόνα την ίδια χρονιά?
Πότε είδες ξανά τη πόλη σου καθαρή και περιποιημένη? Πότε μπόρεσες να περπατάς βράδυ στο ιστορικό της κέντρο, δίχως να έχεις πλάι σου προσωπικούς φύλακες ή μπράβους?Πότε με τα λίγα που έπαιρνες σου έφταναν για να πας κάπου διακοπές και ίσως να μαζεύεις λεφτά για να πάρεις κάτι, σαν αυτό που κάποτε είχες βάλει στο μάτι και ταίριαζε στο όνειρο του Νεοέλληνα, "ζω στην εποχή της ευημερίας και γουστάρω να ζω καλά"...
Πότε δεν ανήκες πια στην Ψωροκώσταινα και δεν σε έβλεπαν οι Δυτικοευρωπαίοι με μισό μάτι, λόγω ότι κατάγεσαι από τον Νότο και τα υποβαθμισμένα Βαλκάνια? Πότε η Πόλη εάλω, όταν άρχισες να αντιλαμβάνεσαι πως τα πράγματα δεν είναι όπως δείχνουν? Πότε άρχισαν οι καλόγεροι να διεκδικούν δημόσια γη για την πάρτη και τον πλουτισμό τους? Πότε αυτά που ψιθυριζόταν ότι οι πολιτικοί είναι "μούφες", άρχισες να συνειδητοποιείς ότι είναι αλήθεια και ότι τόσα χρόνια σε τάιζαν κουτόχορτο, εκβιάζοντας σε για την ψήφο σου στις εκλογές?
Πότε άρχισες να μετράς και να ξαναμετράς τα χρήματά σου γιατί πλέον δεν σε φτάνουν ούτε για τα βασικά? Πότε έπαψες να χαζεύεις τις βιτρίνες και να πηγαίνεις στα μαγαζιά κάθε σεζόν, γιατί λεφτά για παραπάνω δεν περισσεύουν? Πότε άκουσες ότι αν θα πάρεις σύνταξη θα έχεις περάσει τα 65 και πως εν τω μεταξύ θα πρέπει να μάθεις να ζεις με ψίχουλα για τη κάλυψη της κακοδιαχείρισης του δημόσιου χρήματος εις το διηνεκές?
Πότε ένιωσες πως ότι υπήρχε στον εύθραυστο σου κόσμο, ήταν μια σαπουνόφουσκα που τα χρόνια της ευμάρειας ήταν μονάχα μια παρένθεση στο τι πρόκειται να επακολουθήσει? Πότε ξανασκέφτεσαι ότι αν ξαναγυρίσουμε στο εθνικό μας νόμισμα, τη δραχμή, η αγοραστική μας δύναμη δεν θα είναι η ίδια, αφού εννέα χρόνια μετά έχουμε ξεσκιστεί στις ανατιμήσεις και αυθαίρετες αυξήσεις λόγω αλλαγής μετρικής ισοτιμίας?
Πότε ξύπνησες ένα πρωί κατακλυσμένος από τα παιχνίδια των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που ψάχνουν για μ@λάκες σαν και εμάς, για να συνεχίσουν τα υπερκέρδη τους και είπες μέσα σου "δεν αντέχω άλλο εδώ, πρέπει να φύγω" κι ας μην μπορείς να πας πουθενά? Πότε αισθάνθηκες την επιθυμία να αρπάξεις μια πέτρα ή ένα γιαούρτι και να τα κατευθύνεις προς όσους σφυρίζουν αδιάφορα κοιτάζοντας τον εαυτούλη τους μονάχα, ενώ είναι ηθικοί αλλά και πραγματικοί υπαίτιοι για την κατάσταση που ζούμε?
Πότε δεν ευχήθηκες όσοι ξεφτίλες είχαν μακρύ χέρι, να δημευτεί με συνοπτικές διαδικασίες η παράνομα αποκτηθείσα περιουσία τους και τα χρήματα να πάνε για την αποπληρωμή του δημοσίου χρέους? Πότε αγανάκτησες όταν οι δικές σου "3 & 60" από τον μισθουλάκο σου περικόπτονται, ενώ στα ψηλά κλιμάκια, το σκέφτονται ακόμα να πάρουν μισθούς αξιοπρεπείς και όχι σκανδαλώδεις? Αλλά είπαμε θέλει μαγκιά και αλητεία μεγάλη για να "κατσικώνεσαι" στο σβέρκο του λαού, με οποιαδήποτε δικαιολογία, βολική ή όχι!
Πότε ήταν που παιδί άκουγες στα χρόνια της Αλλαγής το περίφημο "Τσοβόλα δώστα όλα" από τον πατέρα, ενώ τώρα ο διάδοχος υιός τρέχει και δεν φτάνει με το "Λεφτά υπάρχουν"? Πότε ξυπνάς και κοιμάσαι με την ίδια αίσθηση, αυτή του πλακώματος στο στήθος εξαιτίας της τρομολαγνείας? Πότε άρχισες να μονολογείς ότι "πως θα την βγάλουμε βρε αδέλφια?" Πότε συνειδητοποίησες ότι η ψήφος σου πια πάει χαμένη, είτε είσαι πολιτικοποιημένος είτε όχι, πολίτης?
Πότε θα αγανακτήσεις επιτέλους και θα πεις το "αϊ σιχτίρ" σε όλους αυτούς τους επιβουλευτές της εθνικής σου υπόστασης? Πότε θα πεις "φτάνει πια αυτή η κοροϊδία", ή σε βολεύει και εσένα αυτή η κατάσταση για να λουφάρεις κι εσύ, όσο προλαβαίνεις?

Τσολιάδες, image by Isidoros @ Flickr.com
Πότε ντράπηκες διαβάζοντας ετούτες εδώ τις γραμμές για τη κατάντια μας? Πότε προβληματίστηκες για το τι στο καλό ψυχή θα παραδώσουμε στις επόμενες γενιές, αποκαΐδια ή το απόλυτο τίποτα που δεν μπορέσαμε να διαχειριστούμε ως λαός, ως κοινωνία, ως άτομα?
Πότε θα πάμε παρακάτω με την παρακμή μας, μου λες? Πότε...?
Marialena, 9/6/2010
Πότε είδες ξανά τη πόλη σου καθαρή και περιποιημένη? Πότε μπόρεσες να περπατάς βράδυ στο ιστορικό της κέντρο, δίχως να έχεις πλάι σου προσωπικούς φύλακες ή μπράβους?Πότε με τα λίγα που έπαιρνες σου έφταναν για να πας κάπου διακοπές και ίσως να μαζεύεις λεφτά για να πάρεις κάτι, σαν αυτό που κάποτε είχες βάλει στο μάτι και ταίριαζε στο όνειρο του Νεοέλληνα, "ζω στην εποχή της ευημερίας και γουστάρω να ζω καλά"...
Πότε δεν ανήκες πια στην Ψωροκώσταινα και δεν σε έβλεπαν οι Δυτικοευρωπαίοι με μισό μάτι, λόγω ότι κατάγεσαι από τον Νότο και τα υποβαθμισμένα Βαλκάνια? Πότε η Πόλη εάλω, όταν άρχισες να αντιλαμβάνεσαι πως τα πράγματα δεν είναι όπως δείχνουν? Πότε άρχισαν οι καλόγεροι να διεκδικούν δημόσια γη για την πάρτη και τον πλουτισμό τους? Πότε αυτά που ψιθυριζόταν ότι οι πολιτικοί είναι "μούφες", άρχισες να συνειδητοποιείς ότι είναι αλήθεια και ότι τόσα χρόνια σε τάιζαν κουτόχορτο, εκβιάζοντας σε για την ψήφο σου στις εκλογές?
Πότε άρχισες να μετράς και να ξαναμετράς τα χρήματά σου γιατί πλέον δεν σε φτάνουν ούτε για τα βασικά? Πότε έπαψες να χαζεύεις τις βιτρίνες και να πηγαίνεις στα μαγαζιά κάθε σεζόν, γιατί λεφτά για παραπάνω δεν περισσεύουν? Πότε άκουσες ότι αν θα πάρεις σύνταξη θα έχεις περάσει τα 65 και πως εν τω μεταξύ θα πρέπει να μάθεις να ζεις με ψίχουλα για τη κάλυψη της κακοδιαχείρισης του δημόσιου χρήματος εις το διηνεκές?
Πότε ένιωσες πως ότι υπήρχε στον εύθραυστο σου κόσμο, ήταν μια σαπουνόφουσκα που τα χρόνια της ευμάρειας ήταν μονάχα μια παρένθεση στο τι πρόκειται να επακολουθήσει? Πότε ξανασκέφτεσαι ότι αν ξαναγυρίσουμε στο εθνικό μας νόμισμα, τη δραχμή, η αγοραστική μας δύναμη δεν θα είναι η ίδια, αφού εννέα χρόνια μετά έχουμε ξεσκιστεί στις ανατιμήσεις και αυθαίρετες αυξήσεις λόγω αλλαγής μετρικής ισοτιμίας?
Πότε ξύπνησες ένα πρωί κατακλυσμένος από τα παιχνίδια των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που ψάχνουν για μ@λάκες σαν και εμάς, για να συνεχίσουν τα υπερκέρδη τους και είπες μέσα σου "δεν αντέχω άλλο εδώ, πρέπει να φύγω" κι ας μην μπορείς να πας πουθενά? Πότε αισθάνθηκες την επιθυμία να αρπάξεις μια πέτρα ή ένα γιαούρτι και να τα κατευθύνεις προς όσους σφυρίζουν αδιάφορα κοιτάζοντας τον εαυτούλη τους μονάχα, ενώ είναι ηθικοί αλλά και πραγματικοί υπαίτιοι για την κατάσταση που ζούμε?
Πότε δεν ευχήθηκες όσοι ξεφτίλες είχαν μακρύ χέρι, να δημευτεί με συνοπτικές διαδικασίες η παράνομα αποκτηθείσα περιουσία τους και τα χρήματα να πάνε για την αποπληρωμή του δημοσίου χρέους? Πότε αγανάκτησες όταν οι δικές σου "3 & 60" από τον μισθουλάκο σου περικόπτονται, ενώ στα ψηλά κλιμάκια, το σκέφτονται ακόμα να πάρουν μισθούς αξιοπρεπείς και όχι σκανδαλώδεις? Αλλά είπαμε θέλει μαγκιά και αλητεία μεγάλη για να "κατσικώνεσαι" στο σβέρκο του λαού, με οποιαδήποτε δικαιολογία, βολική ή όχι!
Πότε ήταν που παιδί άκουγες στα χρόνια της Αλλαγής το περίφημο "Τσοβόλα δώστα όλα" από τον πατέρα, ενώ τώρα ο διάδοχος υιός τρέχει και δεν φτάνει με το "Λεφτά υπάρχουν"? Πότε ξυπνάς και κοιμάσαι με την ίδια αίσθηση, αυτή του πλακώματος στο στήθος εξαιτίας της τρομολαγνείας? Πότε άρχισες να μονολογείς ότι "πως θα την βγάλουμε βρε αδέλφια?" Πότε συνειδητοποίησες ότι η ψήφος σου πια πάει χαμένη, είτε είσαι πολιτικοποιημένος είτε όχι, πολίτης?
Πότε θα αγανακτήσεις επιτέλους και θα πεις το "αϊ σιχτίρ" σε όλους αυτούς τους επιβουλευτές της εθνικής σου υπόστασης? Πότε θα πεις "φτάνει πια αυτή η κοροϊδία", ή σε βολεύει και εσένα αυτή η κατάσταση για να λουφάρεις κι εσύ, όσο προλαβαίνεις?
Τσολιάδες, image by Isidoros @ Flickr.com
Πότε ντράπηκες διαβάζοντας ετούτες εδώ τις γραμμές για τη κατάντια μας? Πότε προβληματίστηκες για το τι στο καλό ψυχή θα παραδώσουμε στις επόμενες γενιές, αποκαΐδια ή το απόλυτο τίποτα που δεν μπορέσαμε να διαχειριστούμε ως λαός, ως κοινωνία, ως άτομα?
Πότε θα πάμε παρακάτω με την παρακμή μας, μου λες? Πότε...?
Marialena, 9/6/2010
Πέμπτη 6 Μαΐου 2010
Ανεβαίνοντας ένα βουνό...
Η πρόσκληση έμοιαζε συναρπαστική. "Ανάβαση στον Ψηλορείτη" τη Πρωτομαγιά, για ερευνητικούς σκοπούς του Πανεπιστημίου Αθηνών και του Διεθνούς Ιδρύματος Έρευνας για τον Νεανικό Διαβήτη, από μια ομάδα πασχόντων από σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 και τους συνοδούς τους, από Κρήτη και Αθήνα, 50 άτομα στο σύνολο.
Στην αρχή αμφιβολία, αλλά χάριν στην επιμονή της φίλης και προέδρου της Πανελλήνιας Ένωσης Αγώνος Κατά του Νεανικού Διαβήτη, δήλωσα και εγώ συμμετοχή, αφού η φυσική μου κατάσταση είναι σχετικά καλή, λόγω ενασχόλησης με το πιλάτες τον τελευταίο χρόνο.
Η προετοιμασία στην Αθήνα είχε να κάνει με την τοποθέτηση του συστήματος παρακολούθησης του σακχάρου μέσω υπερύθρων, του guardian, το οποίο θα χρησίμευε για την συνεχή μέτρηση του σακχάρου στο αίμα κατά τη διάρκεια της ανάβασης και όχι μόνο. Ένας αισθητήρας τοποθετήθηκε στην κοιλιακή χώρα και η συσκευή μέτρησης στο χέρι για να συνδεθούν ο πομπός και ο δέκτης και να δείχνουν τις αυξομειώσεις της γλυκόζης όλο το 24ώρο.
Από το "πως δουλεύει αυτό το μαραφέτι" για το guardian, οι βαλίτσες έτοιμες και αναχώρηση Πέμπτη βράδυ για το Ηράκλειο με το πλοίο της γραμμής. Ο ύπνος στο καράβι ταραγμένος, φτάνουμε στη Κρήτη νωρίς το πρωί, επιβίβαση στο πούλμαν για τα Ανώγεια του Μυλοποτάμου Ρεθύμνου, 36 χλμ από το Ηράκλειο και μια ώρα δρόμος, τόπο διαμονής μας για το διήμερο. Άλλο κλίμα, άλλες ανάσες, τόπος σκληρός και ανδροκρατούμενος για την ελεύθερη αθηναϊκή μας κοινωνία, που μας έκανε να κοιτάμε τους Ανωγειανούς με απορία για το ύφος και τον τρόπο ζωής τους πάνω στα βουνά.
Βόλτα και φαί σε τοπικές ταβέρνες, σμίγουν οι παρέες και οι φίλοι από τα παλιά με αφορμή την εκδρομή αυτή. Πριν τον ύπνο μετρήσεις, τρεις τα μεσάνυχτα επίσης, για την επίτευξη της ευγλυκαιμίας πριν να σηκωθούμε νωρίς το πρωί για να φάμε πρωϊνό και να αναχωρήσουμε για τις πλαγιές του Ψηλορείτη, που ξεκινούν από το οροπέδιο της Νίδας.
Ανώγεια
Σε τόπο ξερό και με τους αέρηδες να σαρώνουν στο πέρασμά τους το γυμνό τοπίο, φτάνουμε στην αφετηρία. Επίσκεψη στο Ιδαίον Άντρο, εκεί που ο μύθος λέει ότι ο Δίας μεγάλωσε με το γάλα της Αμάλθειας και τη προστασία των ιερέων Κουρητών, που τον φύλαγαν από τις δολοφονικές διαθέσεις του πατέρα του Κρόνου.
Βαθιές ανάσες για προσαρμογή στο υψόμετρο, στάση στο σπήλαιο, συνηθίζουμε και προχωράμε προς το μονοπάτι του Ε4 που αδιαβάθμητο σε αυτά τα εδάφη μας προσκαλεί να το αναρριχηθούμε. Το μπατόν ανά χείρας για στήριξη, τα ορειβατικά μποτάκια να σκαλώνουν στις μαδάρες, τις πέτρες που απουσία χώματος δεν είχαν που να στηριχθούν και ανάβαση βήμα βήμα στις πλαγιές του Ψηλορείτη.
Το σώμα μου λειτουργεί καλά, λόγω της γυμναστικής, ο μετρητής δείχνει ότι έχω περιθώριο να συνεχίσω χωρίς ανεφοδιασμό, το τοπίο ξεδιπλώνεται εμπρός μου με κόντρα τον Κρητικό ήλιο που ανεβαίνει αδυσώπητος. Βήμα βήμα προχωρώ και δοκιμάζομαι, αφού τα μάτια μου δεν βλέπουν το ίδιο πια και η τρίτη διάσταση δεν την αντιλαμβάνεται ο εγκέφαλος για να μου δώσει σταθερότητα εκεί που πατάω κάθε φορά. Με κουράζει αυτό και προσπαθώ να ανταπεξέλθω, ενώ οι γκρίζες πέτρες με περιπαίζουν. Φτάνω σε ένα ξέφωτο, λέω στον καλό μου ότι κουράστηκα μετά από τη δίωρη ήδη ανάβασή μας, εκείνος θέλει να συνεχίσει, έχει αντοχές και το θέλει, αλλά κάνει πίσω για να με ακολουθήσει στη κατάβαση.
Παλεύω μέσα μου, λέω μπορώ να συνεχίσω την ανάβαση, αλλά σκέφτομαι ταυτόχρονα τη κατάβαση από το ίδιο μονοπάτι που είναι βάσανο. Θέλω να κρατήσω δυνάμεις για την επιστροφή, μην αρχίσουν τα πόδια μου και τρέμουν κατεβαίνοντας, κρατώντας κόντρα στα βράχια. Θέλω να του πω "πήγαινε εσύ, θα κατέβω μόνη μου", αλλά κάτι μέσα μου λέει πως χωρίς εκείνον τα πράγματα είναι δύσκολα, έστω και με το μπατόν στήριγμα απαραίτητο, αλλά με τα μάτια μου να δημιουργούν ψευδή ερεθίσματα και να μην μπορώ να εκτιμήσω τι βρίσκεται μπροστά μου, όπως οι άλλοι.
Κατεβαίνουμε με ησυχία και ρυθμό δικό μας τον ίδιο δρόμο που ανεβήκαμε. Στο βάθος φαίνεται η πεδιάδα της Μεσσαράς δεξιά και αριστερά το Ηράκλειο θεωρητικά, ενώ μπροστά μας ξεπροβάλλει ένα μεγάλο οροπέδιο με τα όρνια να πετούν από πάνω του. Μας συναντούν και κάποιοι από τους υπολοίπους που επιστρέφουν στη βάση μας. Πάμε προσεκτικά, γιατί τα γλιστερά βράχια και οι πέτρες που μετακινούνται όταν πατάς πάνω τους, δεν δίνουν χέρι να κατεβαίνεις με άνεση. Θέλει προσοχή μέχρι τη τελευταία κατάβαση που κάνεις για να φτάσεις στο μονοπάτι της επιστροφής.
Πρωτομαγιά 2010, Ψηλορείτης
Απογοητεύομαι από τον εαυτό μου για την δυσκολία να προσαρμοστώ οπτικά στο τοπίο αυτό. Δεν μιλώ πολύ γι' αυτό, αλλά μέσα μου μου στοιχίζει ότι μπορούσα να ανταποκριθώ οργανικά, αλλά για άλλους λόγους έφτασα στα 2/3 της διαδρομής και γύρισα πίσω. Ο καθένας μας αντιμετωπίζει τις δυσκολίες διαφορετικά, αλλά με την αίσθηση της ανημποριάς, δεν τα πήγαινα ποτέ καλά μέσα μου. Δεν βλέπω εδώ και καιρό να περάσω τη βελόνα, ούτε να διαβάσω στο ημίφως τα μικρά γράμματα μπορώ πια, μα διαπιστώνω ότι "χάνω" κομμάτια από τη ζωή μου όταν μου επιβάλλεται να ζω με τους περιορισμούς που βιώνω.
Γιατί, θα μου πει κανείς, οι άλλοι τι είναι, υπεράνθρωποι? Όχι βέβαια, αλλά άλλο το να μην θες και άλλο το να μην μπορείς να χαρείς πράγματα που δεν είναι δεδομένα πια για σένα. Θέλω να φοράω και εγώ τακούνια και να μην στραπακλιάζομαι, όταν θέλω να ντυθώ καλά, θέλω να μπορώ να διακρίνω τις λακκούβες που πέφτω μέσα όταν δεν ξεχωρίζουν χρωματικά στο πεζοδρόμιο, θέλω να νιώθω σιγουριά να πατάω σε εδάφη με διαφορετικό ύψος και να μην ψάχνει το πόδι μου να αναγνωρίσει τη διαφορά για να προχωρήσει στο επόμενο βήμα, θέλω να μην μου έρχονται κλαδιά δέντρων στη μούρη επειδή δεν τα είδα μπροστά μου... Άλλα κάτι τέτοιο δεν γίνεται.
Θέα του Ψηλορείτη από τα Ανώγεια
Μπορώ ακόμα και οδηγώ και το αμάξι και το σκούτερ μου και εκεί όλες οι αισθήσεις μου είναι οξυμένες, όμως πως μπορώ να προσπερνώ το γεγονός ότι ό,τι μου εμφανίζεται ως εκφυλιστική πάθηση, είναι κατά τους γιατρούς, συνέπεια του διαβήτη? Τι άλλο να κάνω εκτός από του να έχω υιοθετήσει έναν υγιεινό τρόπο ζωής, να μην καπνίζω, να ασκούμαι και να είμαι σε εγρήγορση, διατηρώντας μια καλή ρύθμιση του σακχάρου στον οργανισμό μου.
Κανείς δεν μπορεί να σου υποσχεθεί ότι ο διαβήτης θα είναι καλός μαζί σου, όσο περνάν τα χρόνια που τον κουβαλάς και σε επηρρεάζει στην καθημερινότητά σου ολοένα και περισσότερο. Όυτε σαν άνθρωπος αναζητούσα ποτέ "νοσοκόμους" ή "δεκανίκια" από τον περίγυρό μου για να συνεχίσω να πορεύομαι. Ήθελα και θέλω να μπορώ να βασίζομαι στις δυνάμεις μου για να προχωρώ, να είμαι αυτοτελής και αυτεξούσια, για να μην γίνομαι βάρος σε κανέναν, με τον τρόπο ζωής μου και τις αυξανόμενες απαιτήσεις του.
Μετά την ανάβαση, ο οργανισμός συνέχιζε και δούλευε σε υψηλές στροφές και δουλεύει ακόμα, γιατί δεν κάθομαι και εγώ στα αυγά μου με τις δραστηριότητές μου που με κρατούν σε κίνηση και δράση. Οι νυχτερινές υπογλυκαιμίες ξαναέκαναν την εμφάνισή τους, ξυπνώντας με κατά τη διάρκεια του ύπνου και ζητώντας να ανεβάσω το σάκχαρό μου μέσα από ένα μεταμεσονύκτιο σνακ. Σήμερα είμαι σαν ζόμπι από την τρίτη μέρα που ξυπνάω έτσι και βάζω κάτι στο στόμα μου για να συνέλθω. Στα Ανώγεια, ο σύντροφός μου με ρώτησε τι συμβαίνει όταν ξύπνησα για να φάω κάτι πάλι ενόσω κοιμόμασταν.
Μην ανησυχείς του λέω, θα φάω κάτι και θα ξαπλώσω και κατευθύνθηκα προς τη κουζίνα στα γρήγορα. Έφαγα τους απαραίτητους υδατάνθρακες στη σιωπή, κλείνοντας τα μάτια μου και περιμένοντας το δεκάλεπτο με τέταρτο να περάσει, για να έλθω στα ίσια μου και να πέσω να κοιμηθώ ξανά. Είσαι καλά, με ρώτησε ξανά και άπλωσε το χέρι του να με χαϊδέψει στη πλάτη που του την είχα γυρίσει. Με διαπέρασε ρίγος, καθώς τόσα χρόνια, όποτε συμβαίνει κάτι τέτοιο, το αντιμετωπίζω καταπνίγοντας το συναίσθημά μου και κάνοντας τις κινήσεις που πρέπει να κάνω για να συνέλθω.
Όχι, μέσα μου δεν είμαι καλά, όταν δεν υπάρχουν σταθερές στη ζωή μου, όταν δεν νιώθω ασφαλής, όταν έχω να αντιμετωπίσω σημεία και τέρατα και πάλι γέλα παλιάτσο, αν δεν βρω τις ισορροπίες μου πάω χαμένη, θα ολισθήσω στη μελαγχολία που με κατατρώει, όταν δεν μπορώ να ξεπεράσω τον εαυτό μου και να βγω νικητής σε έναν αγώνα άγονο, όπως είναι δαύτος 28 χρόνια τώρα. Ήθελα να λυγίσω για μια φορά, να κλάψω, καθώς με έπαιρνε αγκαλιά για να ξανακοιμηθούμε, μα δεν μπόρεσα να του εκφράσω τα συναισθήματά μου, που τα έχω καταπιέσει χρόνια τώρα και δεν ξέρουν πως να εκφραστούν.
Με ενοχλεί που πονάνε τα δάκτυλα των χεριών μου και έχω μειωμένη χρηστικότητα, με ενοχλεί που θαμπώνουν σιγά σιγά οι φακοί των ματιών μου, με ενοχλεί που είμαι ένας άνθρωπος της ηλικίας μου και όταν μιλάνε οι γύρω μου για ιατρικά θέματα, τα αντιμετωπίζω και εγώ παράταιρα από την ηλικία μου και τον τρόπο ζωής μου. Για όλα υπάρχει μια δικαιολογία, διαβήτης και εκεί η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά για να μου δώσει πειστικές απαντήσεις ή λύσεις.
Θέλω οι εταιρίες που βγάζουν μια περιουσία από ανθρώπους όπως εγώ, να σκεφτούν τη ποιότητα ζωής μας και όχι το κέρδος τους, θέλοντας να μας διασωληνώνουν και να μας κάνουν πειραματόζωα, ενώ οι εφαρμογή του τεχνητού παγκρέατος είναι ήδη εφαρμόσιμη και θα μας απαλλάξει από την αβεβαιότητα και την έλλειψη ελέγχου στην κατάσταση της υγείας μας.
Βαρέθηκα, να ξυπνώ κάθε πρωί και χορεύω στον χορό του άλλου μου εαυτού κάθε μέρα για το υπόλοιπο της ζωής μου. Βαρέθηκα να τρώω σαν πουλάκι και να μην χάνω βάρος λόγω μεταβολισμού. Βαρέθηκα να ανήκω στην κατηγορία των αναξιοπαθούντων, των επιβαρυμένων λόγω χρονίας πάθησης, επειδή με έμαθαν να υψώνω τον πήχυ του αυτοελέγχου μου ψηλά και να κυνηγώ χίμαιρες. Αισθάνομαι πως το να ακολουθώ έναν όσο το δυνατόν πιο υγιεινό τρόπο ζωής, είναι μονόδρομος και ευεργετικό για μένα τόσο τώρα όσο και μακροπρόθεσμα, αλλά πόσα βότανα και πόσες αντιοξειδωτικές ρίζες μπορείς να παίρνεις για να κάνεις τον χρόνο να φανεί πιο επιεικής μαζί σου στην εκδήλωση των επιπλοκών? Πόσο συγκροτημένη, υπομονετική, με κατανόηση και επί το πλείστον καλή διάθεση μπορώ να είμαι, ειδικά όταν το να βγάλεις έναν ανώριμο ή κακό εαυτό το πληρώνεις άμεσα?
Αν αρχίσεις να αγωνίζεσαι για την υγεία σου, δεν σταματάς, δεν σε παίρνει να σταματήσεις από ένα σημείο και ύστερα. Γιατί όσο και αν σε "πηδάει" η ρημάδα η ζωή, είναι γλυκειά, όταν μπορείς και βρίσκεις τη γαλήνη μέσα στη τρικυμία, όταν βλέπεις τον ήλιο μέσα στη καταχνιά, όταν μπορείς να ζεις αντί να φυτοζωείς περιμένοντας να έλθει το όποιο "τέλος" του δράματος. Αν πάνω από όλα μπορείς να είσαι φορέας ζωής, αντί θανάτου, τότε ίσως όλα αυτά να αντιμετωπίζονται, αν βρεις τον τρόπο μέσα σου...
All photos by Marialena, 2010
Marialena, 6/5/2010
Στην αρχή αμφιβολία, αλλά χάριν στην επιμονή της φίλης και προέδρου της Πανελλήνιας Ένωσης Αγώνος Κατά του Νεανικού Διαβήτη, δήλωσα και εγώ συμμετοχή, αφού η φυσική μου κατάσταση είναι σχετικά καλή, λόγω ενασχόλησης με το πιλάτες τον τελευταίο χρόνο.
Η προετοιμασία στην Αθήνα είχε να κάνει με την τοποθέτηση του συστήματος παρακολούθησης του σακχάρου μέσω υπερύθρων, του guardian, το οποίο θα χρησίμευε για την συνεχή μέτρηση του σακχάρου στο αίμα κατά τη διάρκεια της ανάβασης και όχι μόνο. Ένας αισθητήρας τοποθετήθηκε στην κοιλιακή χώρα και η συσκευή μέτρησης στο χέρι για να συνδεθούν ο πομπός και ο δέκτης και να δείχνουν τις αυξομειώσεις της γλυκόζης όλο το 24ώρο.
Από το "πως δουλεύει αυτό το μαραφέτι" για το guardian, οι βαλίτσες έτοιμες και αναχώρηση Πέμπτη βράδυ για το Ηράκλειο με το πλοίο της γραμμής. Ο ύπνος στο καράβι ταραγμένος, φτάνουμε στη Κρήτη νωρίς το πρωί, επιβίβαση στο πούλμαν για τα Ανώγεια του Μυλοποτάμου Ρεθύμνου, 36 χλμ από το Ηράκλειο και μια ώρα δρόμος, τόπο διαμονής μας για το διήμερο. Άλλο κλίμα, άλλες ανάσες, τόπος σκληρός και ανδροκρατούμενος για την ελεύθερη αθηναϊκή μας κοινωνία, που μας έκανε να κοιτάμε τους Ανωγειανούς με απορία για το ύφος και τον τρόπο ζωής τους πάνω στα βουνά.
Βόλτα και φαί σε τοπικές ταβέρνες, σμίγουν οι παρέες και οι φίλοι από τα παλιά με αφορμή την εκδρομή αυτή. Πριν τον ύπνο μετρήσεις, τρεις τα μεσάνυχτα επίσης, για την επίτευξη της ευγλυκαιμίας πριν να σηκωθούμε νωρίς το πρωί για να φάμε πρωϊνό και να αναχωρήσουμε για τις πλαγιές του Ψηλορείτη, που ξεκινούν από το οροπέδιο της Νίδας.
Ανώγεια
Σε τόπο ξερό και με τους αέρηδες να σαρώνουν στο πέρασμά τους το γυμνό τοπίο, φτάνουμε στην αφετηρία. Επίσκεψη στο Ιδαίον Άντρο, εκεί που ο μύθος λέει ότι ο Δίας μεγάλωσε με το γάλα της Αμάλθειας και τη προστασία των ιερέων Κουρητών, που τον φύλαγαν από τις δολοφονικές διαθέσεις του πατέρα του Κρόνου.
Βαθιές ανάσες για προσαρμογή στο υψόμετρο, στάση στο σπήλαιο, συνηθίζουμε και προχωράμε προς το μονοπάτι του Ε4 που αδιαβάθμητο σε αυτά τα εδάφη μας προσκαλεί να το αναρριχηθούμε. Το μπατόν ανά χείρας για στήριξη, τα ορειβατικά μποτάκια να σκαλώνουν στις μαδάρες, τις πέτρες που απουσία χώματος δεν είχαν που να στηριχθούν και ανάβαση βήμα βήμα στις πλαγιές του Ψηλορείτη.
Το σώμα μου λειτουργεί καλά, λόγω της γυμναστικής, ο μετρητής δείχνει ότι έχω περιθώριο να συνεχίσω χωρίς ανεφοδιασμό, το τοπίο ξεδιπλώνεται εμπρός μου με κόντρα τον Κρητικό ήλιο που ανεβαίνει αδυσώπητος. Βήμα βήμα προχωρώ και δοκιμάζομαι, αφού τα μάτια μου δεν βλέπουν το ίδιο πια και η τρίτη διάσταση δεν την αντιλαμβάνεται ο εγκέφαλος για να μου δώσει σταθερότητα εκεί που πατάω κάθε φορά. Με κουράζει αυτό και προσπαθώ να ανταπεξέλθω, ενώ οι γκρίζες πέτρες με περιπαίζουν. Φτάνω σε ένα ξέφωτο, λέω στον καλό μου ότι κουράστηκα μετά από τη δίωρη ήδη ανάβασή μας, εκείνος θέλει να συνεχίσει, έχει αντοχές και το θέλει, αλλά κάνει πίσω για να με ακολουθήσει στη κατάβαση.
Παλεύω μέσα μου, λέω μπορώ να συνεχίσω την ανάβαση, αλλά σκέφτομαι ταυτόχρονα τη κατάβαση από το ίδιο μονοπάτι που είναι βάσανο. Θέλω να κρατήσω δυνάμεις για την επιστροφή, μην αρχίσουν τα πόδια μου και τρέμουν κατεβαίνοντας, κρατώντας κόντρα στα βράχια. Θέλω να του πω "πήγαινε εσύ, θα κατέβω μόνη μου", αλλά κάτι μέσα μου λέει πως χωρίς εκείνον τα πράγματα είναι δύσκολα, έστω και με το μπατόν στήριγμα απαραίτητο, αλλά με τα μάτια μου να δημιουργούν ψευδή ερεθίσματα και να μην μπορώ να εκτιμήσω τι βρίσκεται μπροστά μου, όπως οι άλλοι.
Κατεβαίνουμε με ησυχία και ρυθμό δικό μας τον ίδιο δρόμο που ανεβήκαμε. Στο βάθος φαίνεται η πεδιάδα της Μεσσαράς δεξιά και αριστερά το Ηράκλειο θεωρητικά, ενώ μπροστά μας ξεπροβάλλει ένα μεγάλο οροπέδιο με τα όρνια να πετούν από πάνω του. Μας συναντούν και κάποιοι από τους υπολοίπους που επιστρέφουν στη βάση μας. Πάμε προσεκτικά, γιατί τα γλιστερά βράχια και οι πέτρες που μετακινούνται όταν πατάς πάνω τους, δεν δίνουν χέρι να κατεβαίνεις με άνεση. Θέλει προσοχή μέχρι τη τελευταία κατάβαση που κάνεις για να φτάσεις στο μονοπάτι της επιστροφής.
Πρωτομαγιά 2010, Ψηλορείτης
Απογοητεύομαι από τον εαυτό μου για την δυσκολία να προσαρμοστώ οπτικά στο τοπίο αυτό. Δεν μιλώ πολύ γι' αυτό, αλλά μέσα μου μου στοιχίζει ότι μπορούσα να ανταποκριθώ οργανικά, αλλά για άλλους λόγους έφτασα στα 2/3 της διαδρομής και γύρισα πίσω. Ο καθένας μας αντιμετωπίζει τις δυσκολίες διαφορετικά, αλλά με την αίσθηση της ανημποριάς, δεν τα πήγαινα ποτέ καλά μέσα μου. Δεν βλέπω εδώ και καιρό να περάσω τη βελόνα, ούτε να διαβάσω στο ημίφως τα μικρά γράμματα μπορώ πια, μα διαπιστώνω ότι "χάνω" κομμάτια από τη ζωή μου όταν μου επιβάλλεται να ζω με τους περιορισμούς που βιώνω.
Γιατί, θα μου πει κανείς, οι άλλοι τι είναι, υπεράνθρωποι? Όχι βέβαια, αλλά άλλο το να μην θες και άλλο το να μην μπορείς να χαρείς πράγματα που δεν είναι δεδομένα πια για σένα. Θέλω να φοράω και εγώ τακούνια και να μην στραπακλιάζομαι, όταν θέλω να ντυθώ καλά, θέλω να μπορώ να διακρίνω τις λακκούβες που πέφτω μέσα όταν δεν ξεχωρίζουν χρωματικά στο πεζοδρόμιο, θέλω να νιώθω σιγουριά να πατάω σε εδάφη με διαφορετικό ύψος και να μην ψάχνει το πόδι μου να αναγνωρίσει τη διαφορά για να προχωρήσει στο επόμενο βήμα, θέλω να μην μου έρχονται κλαδιά δέντρων στη μούρη επειδή δεν τα είδα μπροστά μου... Άλλα κάτι τέτοιο δεν γίνεται.
Θέα του Ψηλορείτη από τα Ανώγεια
Μπορώ ακόμα και οδηγώ και το αμάξι και το σκούτερ μου και εκεί όλες οι αισθήσεις μου είναι οξυμένες, όμως πως μπορώ να προσπερνώ το γεγονός ότι ό,τι μου εμφανίζεται ως εκφυλιστική πάθηση, είναι κατά τους γιατρούς, συνέπεια του διαβήτη? Τι άλλο να κάνω εκτός από του να έχω υιοθετήσει έναν υγιεινό τρόπο ζωής, να μην καπνίζω, να ασκούμαι και να είμαι σε εγρήγορση, διατηρώντας μια καλή ρύθμιση του σακχάρου στον οργανισμό μου.
Κανείς δεν μπορεί να σου υποσχεθεί ότι ο διαβήτης θα είναι καλός μαζί σου, όσο περνάν τα χρόνια που τον κουβαλάς και σε επηρρεάζει στην καθημερινότητά σου ολοένα και περισσότερο. Όυτε σαν άνθρωπος αναζητούσα ποτέ "νοσοκόμους" ή "δεκανίκια" από τον περίγυρό μου για να συνεχίσω να πορεύομαι. Ήθελα και θέλω να μπορώ να βασίζομαι στις δυνάμεις μου για να προχωρώ, να είμαι αυτοτελής και αυτεξούσια, για να μην γίνομαι βάρος σε κανέναν, με τον τρόπο ζωής μου και τις αυξανόμενες απαιτήσεις του.
Μετά την ανάβαση, ο οργανισμός συνέχιζε και δούλευε σε υψηλές στροφές και δουλεύει ακόμα, γιατί δεν κάθομαι και εγώ στα αυγά μου με τις δραστηριότητές μου που με κρατούν σε κίνηση και δράση. Οι νυχτερινές υπογλυκαιμίες ξαναέκαναν την εμφάνισή τους, ξυπνώντας με κατά τη διάρκεια του ύπνου και ζητώντας να ανεβάσω το σάκχαρό μου μέσα από ένα μεταμεσονύκτιο σνακ. Σήμερα είμαι σαν ζόμπι από την τρίτη μέρα που ξυπνάω έτσι και βάζω κάτι στο στόμα μου για να συνέλθω. Στα Ανώγεια, ο σύντροφός μου με ρώτησε τι συμβαίνει όταν ξύπνησα για να φάω κάτι πάλι ενόσω κοιμόμασταν.
Μην ανησυχείς του λέω, θα φάω κάτι και θα ξαπλώσω και κατευθύνθηκα προς τη κουζίνα στα γρήγορα. Έφαγα τους απαραίτητους υδατάνθρακες στη σιωπή, κλείνοντας τα μάτια μου και περιμένοντας το δεκάλεπτο με τέταρτο να περάσει, για να έλθω στα ίσια μου και να πέσω να κοιμηθώ ξανά. Είσαι καλά, με ρώτησε ξανά και άπλωσε το χέρι του να με χαϊδέψει στη πλάτη που του την είχα γυρίσει. Με διαπέρασε ρίγος, καθώς τόσα χρόνια, όποτε συμβαίνει κάτι τέτοιο, το αντιμετωπίζω καταπνίγοντας το συναίσθημά μου και κάνοντας τις κινήσεις που πρέπει να κάνω για να συνέλθω.
Όχι, μέσα μου δεν είμαι καλά, όταν δεν υπάρχουν σταθερές στη ζωή μου, όταν δεν νιώθω ασφαλής, όταν έχω να αντιμετωπίσω σημεία και τέρατα και πάλι γέλα παλιάτσο, αν δεν βρω τις ισορροπίες μου πάω χαμένη, θα ολισθήσω στη μελαγχολία που με κατατρώει, όταν δεν μπορώ να ξεπεράσω τον εαυτό μου και να βγω νικητής σε έναν αγώνα άγονο, όπως είναι δαύτος 28 χρόνια τώρα. Ήθελα να λυγίσω για μια φορά, να κλάψω, καθώς με έπαιρνε αγκαλιά για να ξανακοιμηθούμε, μα δεν μπόρεσα να του εκφράσω τα συναισθήματά μου, που τα έχω καταπιέσει χρόνια τώρα και δεν ξέρουν πως να εκφραστούν.
Με ενοχλεί που πονάνε τα δάκτυλα των χεριών μου και έχω μειωμένη χρηστικότητα, με ενοχλεί που θαμπώνουν σιγά σιγά οι φακοί των ματιών μου, με ενοχλεί που είμαι ένας άνθρωπος της ηλικίας μου και όταν μιλάνε οι γύρω μου για ιατρικά θέματα, τα αντιμετωπίζω και εγώ παράταιρα από την ηλικία μου και τον τρόπο ζωής μου. Για όλα υπάρχει μια δικαιολογία, διαβήτης και εκεί η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά για να μου δώσει πειστικές απαντήσεις ή λύσεις.
Θέλω οι εταιρίες που βγάζουν μια περιουσία από ανθρώπους όπως εγώ, να σκεφτούν τη ποιότητα ζωής μας και όχι το κέρδος τους, θέλοντας να μας διασωληνώνουν και να μας κάνουν πειραματόζωα, ενώ οι εφαρμογή του τεχνητού παγκρέατος είναι ήδη εφαρμόσιμη και θα μας απαλλάξει από την αβεβαιότητα και την έλλειψη ελέγχου στην κατάσταση της υγείας μας.
Βαρέθηκα, να ξυπνώ κάθε πρωί και χορεύω στον χορό του άλλου μου εαυτού κάθε μέρα για το υπόλοιπο της ζωής μου. Βαρέθηκα να τρώω σαν πουλάκι και να μην χάνω βάρος λόγω μεταβολισμού. Βαρέθηκα να ανήκω στην κατηγορία των αναξιοπαθούντων, των επιβαρυμένων λόγω χρονίας πάθησης, επειδή με έμαθαν να υψώνω τον πήχυ του αυτοελέγχου μου ψηλά και να κυνηγώ χίμαιρες. Αισθάνομαι πως το να ακολουθώ έναν όσο το δυνατόν πιο υγιεινό τρόπο ζωής, είναι μονόδρομος και ευεργετικό για μένα τόσο τώρα όσο και μακροπρόθεσμα, αλλά πόσα βότανα και πόσες αντιοξειδωτικές ρίζες μπορείς να παίρνεις για να κάνεις τον χρόνο να φανεί πιο επιεικής μαζί σου στην εκδήλωση των επιπλοκών? Πόσο συγκροτημένη, υπομονετική, με κατανόηση και επί το πλείστον καλή διάθεση μπορώ να είμαι, ειδικά όταν το να βγάλεις έναν ανώριμο ή κακό εαυτό το πληρώνεις άμεσα?
Αν αρχίσεις να αγωνίζεσαι για την υγεία σου, δεν σταματάς, δεν σε παίρνει να σταματήσεις από ένα σημείο και ύστερα. Γιατί όσο και αν σε "πηδάει" η ρημάδα η ζωή, είναι γλυκειά, όταν μπορείς και βρίσκεις τη γαλήνη μέσα στη τρικυμία, όταν βλέπεις τον ήλιο μέσα στη καταχνιά, όταν μπορείς να ζεις αντί να φυτοζωείς περιμένοντας να έλθει το όποιο "τέλος" του δράματος. Αν πάνω από όλα μπορείς να είσαι φορέας ζωής, αντί θανάτου, τότε ίσως όλα αυτά να αντιμετωπίζονται, αν βρεις τον τρόπο μέσα σου...
All photos by Marialena, 2010
Marialena, 6/5/2010
Τετάρτη 28 Απριλίου 2010
Εμμονές
Νομίζω πως στους περισσότερους από εμάς έχει συμβεί αυτό που λέμε "απέλπιδος" έρωτας. Δηλαδή να μας αρέσει κάποιος τόσο πολύ, να έχουμε στρέψει τη προσοχή μας πάνω του, χωρίς όμως ο ίδιος να ανταποκρίνεται στα αισθήματα ή τις προθέσεις μας απέναντί του.
Κι ύστερα έρχεται η γνωστή "χυλόπιτα", όταν αντιληφθούμε πως αυτό που νιώθαμε και το ονομάζαμε έρωτα, ήταν μονάχα μια πλάνη που ζωντάνευε μέσα στο μυαλό μας. Αν δεν το ξέρει το αντικείμενο του πόθου μας, τότε πονάμε μέσα μας χωρίς να μπορούμε να πούμε γιατί υποστήκαμε τη ματαίωση, αν όμως είναι κοινωνός της όλης διαδικασίας, τότε αυτός που θίγεται είναι ο πληγωμένος μας εγωϊσμός και η χλαπάτσα που φάγαμε, είτε το βλέπαμε πως έτσι ήταν τελικά, είτε αν ακόμα ελπίζαμε πως τα πράγματα έχουν αλλιώς.
Συνήθως η φάση περνάει με τα λίγα ή τα πολλά, με αρκετή κλάψα στους κολλητούς, με προσκόλληση στα κοινωνικά δίκτυα, με τραγούδια που μιλάνε για ραγισμένες καρδιές, με ποτά και με ξενύχτια που το φυσάς και δεν κρυώνει πως τη πάτησες!
Όμως, υπάρχουν και άνθρωποι που παρά τη μη ανταπόκριση από το πλάσμα που τους ενδιαφέρει, κολλάνε στην ιδέα και τους γίνεται εμμονή η κατάκτησή τους πάση θυσία. Και καλά να είσαι πιτσιρικάς, έτσι όπως σου έρχεται, σου φεύγει πάλι, άμα είσαι όμως "άφρων γέρων", τι κάνεις?
Μεγάλη παγίδα αυτή η νοοτροπία που έχουμε εμείς οι Έλληνες, να θέλουμε σώνει και καλά να ζευγαρώσουμε όλους μας τους φίλους και τις φίλες, για να μην ξεφεύγουν από τη νόρμα των ζευγαριών. Όπως λέει και το γνωμικό "όλοι, όλοι αντάμα και ο ψωριάρης χώρια". Θυμάμαι που η γιαγιά μου η Κατίνα, όταν μιλάγαμε στο τηλέφωνο μου έλεγε για τα γκομενικά μου "τι κάνεις μωρή τεμπέλα, ακόμα?" και αυτή τη χαριτωμενιά την άκουγα χρόνια από το στόμα της.
Θα πω το εξής πάνω σε αυτό το θέμα: δεν πατάς ένα κουμπί και ξαφνικά κάποιος είναι έτοιμος ψυχολογικά να βρει έναν σύντροφο ή εραστή και να του κάτσει μάλιστα η συγκυρία ως εκ θαύματος! Θέλει προετοιμασία μέσα σου εσωτερικά και με τον εαυτό σου, να έχεις συμφιλιωθεί με τη μοναξιά σου, για να μπεις στη διαδικασία του να γίνεις διαθέσιμος για κάποιον άλλον, να το θες και να το επιδιώκεις, χωρίς να υπάρχει ακόμα η προοπτική στον ορίζοντα.
Ούτε, δυστυχώς, ούτε μόνον η προσμονή αυτή αρκεί για να εξασφαλίσει ότι βαδίζεις στη σωστή κατεύθυνση. Κακά τα ψέματα, δεν φτάνει μόνον η πρόθεση για να πεις ότι "είμαι έτοιμος, πάω να βρω αυτόν/αυτήν που ψάχνω..." και την επόμενη στιγμή γίνεται. Άλλοι άνθρωποι είναι αυτό που λέμε "της οικογένειας", άλλοι όμως όχι και αυτό δεν σημαίνει πως είναι κατακριτέο. Άλλοι μπορούν και δίνονται και δένονται συναισθηματικά και άλλοι αρκούνται σε επιφανειακές καταστάσεις ή στις χαρές του σεξ μόνοι ή με παρέα, ό,τι αυτό σημαίνει, χωρίς όμως να προχωρούν παραπέρα.
Έχοντας για χρόνια εντρυφήσει στη συνομοταξία του "μπακουριού" ως ενήλικη, ομολογώ πως αυτό που επιθυμούσα μεγαλώνοντας, ταυτόχρονα το φοβόμουν κιόλας, όντας κάτι νέο και άγνωστο στη μέχρι τότε πραγματικότητά μου. Με άγαρμπα βήματα και πολλές αναστολές από μέρους μου, έτρωγα και εγώ τα μούτρα μου και συνέχιζα να ονειροβατώ μεταξύ ρεαλισμού και φαντασίας, μετά φόβου Θεού.
Όμως δεν άφησα ποτέ τον εαυτό μου να ολισθήσει στην εμμονή του να γίνω απαραίτητη πάση θυσία, ακόμα και όταν η επιθυμία ή ο πόθος μου για κάποιον με ξεπερνούσε. Μπορεί να έτρωγα τα σωθικά μου και να περνούσα ατελείωτες ώρες με τη σκέψη του άλλου, αλλά όταν πια δεν με έπαιρνε, το έπαιρνα απόφαση και έλεγα τέλος, όσος καιρός και αν είχε περάσει από το πρώτο καρδιοχτύπι.
Μας πονάει η συνειδητοποίηση ότι ο έρωτάς μας δεν είναι επιθυμητός από τον άλλον. Μας πληγώνει ότι ενώ ξεκινάμε με τις καλύτερες προθέσεις, σταδιακά μετατρεπόμαστε σε τέρατα που τους απωθούμε ακόμα και στην ιδέα του φλερτ μεταξύ μας. Δεν υπάρχουν κανόνες, δεν υπάρχει λογική σε αυτές τις συμπεριφορές μας, ενδόμυχα κάτι μας λέει να προχωρήσουμε ή να σταματήσουμε μιαν τέτοια προσέγγιση και κανείς εκτός από εμάς τους ίδιους δεν ξέρει το γιατί.
Τι γίνεται όμως, όταν δεν ακούμε τα σημάδια που έρχονται προς το μέρος μας και ανακόπτουν τη πορεία μας. Τι συμβαίνει όταν "κολλάμε" με έναν άνθρωπο και δεν βλέπουμε ότι δεν ανταποκρίνεται? Μακάριοι οι έχοντες συναίσθηση σε αυτό το ζήτημα, γιατί αλλιώς ό,τι και αν μας λέει ο περίγυρος ή η φωνή της λογικής μας, εμείς αναλωνόμαστε σε συμπεριφορές που στο τέλος αποβαίνουν μοιραίες για την άδοξη κατάληξη του ειδυλλίου.
Θα έλεγα πως υπάρχουν συνάνθρωποί μας που έχουν τόσο χαμηλή αυτοεκτίμηση που η λέξη "όχι" τους είναι άγνωστη. Παρά τα μηνύματα, επιμένουν και ενοχλούν τους άλλους με τα πείσματα αυτά, κάνοντας σαν ανώριμα παιδιά που αυτό που θέλουν, το θέλουν τώρα και με κάθε κόστος! Βρίσκουν δε, εξίσου ανασφαλείς και κομπλεξικούς στόχους για να στοχεύσουν το ενδιαφέρον τους, που όταν πλέον εκδηλωθεί η απόρριψη, τότε το μόνο που μένει είναι να πρωταγωνιστήσουν σε ένα δράμα όπως η ταινία "Ο πόλεμος των Ρόουζ" όπου στο σενάριο, το ζευγάρι μεθοδικά, μπαίνει σε μια πορεία εξόντωσης του ενός από τον άλλον.
Το γιατί μην το ψάχνετε, εμείς οι άνθρωποι είμαστε απρόβλεπτα όντα, οπότε αν δεν είσαι προετοιμασμένος να ακούσεις το "δεν ενδιαφέρομαι", τότε να κάτσεις στα αυγά σου και να σε φάει μετά η ενοχή γιατί το θέλησες εξ αρχής. Όμως, η μεγάλη ξεφτίλα είναι να στρέφεις στον άλλον το τι νιώθεις γι' αυτή τη πόρτα που έφαγες και να του ζητάς και τα ρέστα, προσπαθώντας για μιαν ακόμη φορά να αποδείξεις πως δεν είσαι ελέφαντας.
Ε, ναι δεν είσαι ελέφαντας, εντάξει, αλλά αυτό δεν σημαίνει κιόλας ότι με τον τρόπο αυτό θα κάνεις το αντικείμενο του πόθου σου να σε θέλει, αφού δεν σε θέλει, δεν το καταλαβαίνεις? Αν ζούσαμε στη Δύση, θα πηγαίναμε στον ψυχολόγο μας και θα αναλωνόμασταν για χρόνια ύστερα, για το ποια παιδικά μας τραύματα επέδρασαν για να μην μας θέλει η Ωραία Ελένη ή ο Πάρης της ιστορίας μας. Εμείς εδώ στο Ελλάντα και μάλιστα στην εποχή της διαδραστικής προσέγγισης, ρίχνουμε τα μπινελίκια και τις απειλές μας on line και μετά καμαρώνουμε που "του δείξαμε του μαλάκα" τι σημαίνει να τα βάζει μαζί μας, ο ελεεινός και τιποτένιος, ακούς εκεί?
Aventura - Obsesion
Μας αρέσει η ξεφτίλα γενικότερα ως νεοέλληνες που είμαστε και μάλιστα με δίχτυ ασφαλείας την απόσταση, ακόμα καλύτερα! Τα θέλουμε όλα και τα θέλουμε σύμφωνα με τα δικά μας μέτρα και σταθμά και μετά υποστηρίζουμε μετά βγελυμίας, ότι "οι άλλοι φταίνε" που δεν μας κάθεται καμία καλή γνωριμία και εμείς είμαστε μια χαρά παιδιά, τρομάρα μας! Είναι όπως το γνωστό ρηθέν που λένε οι άνδρες, που τα γεννητικά τους όργανα είναι ανύπαρκτα στον καθορισμό της συμπεριφοράς τους ως αρσενικά, το "όλες οι γυναίκες είναι πουτάνες, εκτός από τη μάνα και την αδελφή τους".
Όχι τίποτε άλλο, με αυτόν τον τρόπο σκέψης, παριστάνουμε και τους καμπόσους και αργά ή γρήγορα, στρέφεται έστω και αρνητικά η προσοχή πάνω μας, ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι δεχόμαστε να ευτελιζόμαστε και να μην ξέρουμε πως να αποχωρήσουμε από το παιχνίδι του έρωτα με το κεφάλι ψηλά και όχι με την ουρά στα σκέλια...
Μέχρι την επόμενη φορά, που θα παίξουμε αυτό το παιχνίδι της γάτας και του ποντικιού, περαστικά μας!
Μαριαλένα, 27/04/2010
Κι ύστερα έρχεται η γνωστή "χυλόπιτα", όταν αντιληφθούμε πως αυτό που νιώθαμε και το ονομάζαμε έρωτα, ήταν μονάχα μια πλάνη που ζωντάνευε μέσα στο μυαλό μας. Αν δεν το ξέρει το αντικείμενο του πόθου μας, τότε πονάμε μέσα μας χωρίς να μπορούμε να πούμε γιατί υποστήκαμε τη ματαίωση, αν όμως είναι κοινωνός της όλης διαδικασίας, τότε αυτός που θίγεται είναι ο πληγωμένος μας εγωϊσμός και η χλαπάτσα που φάγαμε, είτε το βλέπαμε πως έτσι ήταν τελικά, είτε αν ακόμα ελπίζαμε πως τα πράγματα έχουν αλλιώς.
Συνήθως η φάση περνάει με τα λίγα ή τα πολλά, με αρκετή κλάψα στους κολλητούς, με προσκόλληση στα κοινωνικά δίκτυα, με τραγούδια που μιλάνε για ραγισμένες καρδιές, με ποτά και με ξενύχτια που το φυσάς και δεν κρυώνει πως τη πάτησες!
Όμως, υπάρχουν και άνθρωποι που παρά τη μη ανταπόκριση από το πλάσμα που τους ενδιαφέρει, κολλάνε στην ιδέα και τους γίνεται εμμονή η κατάκτησή τους πάση θυσία. Και καλά να είσαι πιτσιρικάς, έτσι όπως σου έρχεται, σου φεύγει πάλι, άμα είσαι όμως "άφρων γέρων", τι κάνεις?
Μεγάλη παγίδα αυτή η νοοτροπία που έχουμε εμείς οι Έλληνες, να θέλουμε σώνει και καλά να ζευγαρώσουμε όλους μας τους φίλους και τις φίλες, για να μην ξεφεύγουν από τη νόρμα των ζευγαριών. Όπως λέει και το γνωμικό "όλοι, όλοι αντάμα και ο ψωριάρης χώρια". Θυμάμαι που η γιαγιά μου η Κατίνα, όταν μιλάγαμε στο τηλέφωνο μου έλεγε για τα γκομενικά μου "τι κάνεις μωρή τεμπέλα, ακόμα?" και αυτή τη χαριτωμενιά την άκουγα χρόνια από το στόμα της.
Θα πω το εξής πάνω σε αυτό το θέμα: δεν πατάς ένα κουμπί και ξαφνικά κάποιος είναι έτοιμος ψυχολογικά να βρει έναν σύντροφο ή εραστή και να του κάτσει μάλιστα η συγκυρία ως εκ θαύματος! Θέλει προετοιμασία μέσα σου εσωτερικά και με τον εαυτό σου, να έχεις συμφιλιωθεί με τη μοναξιά σου, για να μπεις στη διαδικασία του να γίνεις διαθέσιμος για κάποιον άλλον, να το θες και να το επιδιώκεις, χωρίς να υπάρχει ακόμα η προοπτική στον ορίζοντα.
Ούτε, δυστυχώς, ούτε μόνον η προσμονή αυτή αρκεί για να εξασφαλίσει ότι βαδίζεις στη σωστή κατεύθυνση. Κακά τα ψέματα, δεν φτάνει μόνον η πρόθεση για να πεις ότι "είμαι έτοιμος, πάω να βρω αυτόν/αυτήν που ψάχνω..." και την επόμενη στιγμή γίνεται. Άλλοι άνθρωποι είναι αυτό που λέμε "της οικογένειας", άλλοι όμως όχι και αυτό δεν σημαίνει πως είναι κατακριτέο. Άλλοι μπορούν και δίνονται και δένονται συναισθηματικά και άλλοι αρκούνται σε επιφανειακές καταστάσεις ή στις χαρές του σεξ μόνοι ή με παρέα, ό,τι αυτό σημαίνει, χωρίς όμως να προχωρούν παραπέρα.
Έχοντας για χρόνια εντρυφήσει στη συνομοταξία του "μπακουριού" ως ενήλικη, ομολογώ πως αυτό που επιθυμούσα μεγαλώνοντας, ταυτόχρονα το φοβόμουν κιόλας, όντας κάτι νέο και άγνωστο στη μέχρι τότε πραγματικότητά μου. Με άγαρμπα βήματα και πολλές αναστολές από μέρους μου, έτρωγα και εγώ τα μούτρα μου και συνέχιζα να ονειροβατώ μεταξύ ρεαλισμού και φαντασίας, μετά φόβου Θεού.
Όμως δεν άφησα ποτέ τον εαυτό μου να ολισθήσει στην εμμονή του να γίνω απαραίτητη πάση θυσία, ακόμα και όταν η επιθυμία ή ο πόθος μου για κάποιον με ξεπερνούσε. Μπορεί να έτρωγα τα σωθικά μου και να περνούσα ατελείωτες ώρες με τη σκέψη του άλλου, αλλά όταν πια δεν με έπαιρνε, το έπαιρνα απόφαση και έλεγα τέλος, όσος καιρός και αν είχε περάσει από το πρώτο καρδιοχτύπι.
Μας πονάει η συνειδητοποίηση ότι ο έρωτάς μας δεν είναι επιθυμητός από τον άλλον. Μας πληγώνει ότι ενώ ξεκινάμε με τις καλύτερες προθέσεις, σταδιακά μετατρεπόμαστε σε τέρατα που τους απωθούμε ακόμα και στην ιδέα του φλερτ μεταξύ μας. Δεν υπάρχουν κανόνες, δεν υπάρχει λογική σε αυτές τις συμπεριφορές μας, ενδόμυχα κάτι μας λέει να προχωρήσουμε ή να σταματήσουμε μιαν τέτοια προσέγγιση και κανείς εκτός από εμάς τους ίδιους δεν ξέρει το γιατί.
Τι γίνεται όμως, όταν δεν ακούμε τα σημάδια που έρχονται προς το μέρος μας και ανακόπτουν τη πορεία μας. Τι συμβαίνει όταν "κολλάμε" με έναν άνθρωπο και δεν βλέπουμε ότι δεν ανταποκρίνεται? Μακάριοι οι έχοντες συναίσθηση σε αυτό το ζήτημα, γιατί αλλιώς ό,τι και αν μας λέει ο περίγυρος ή η φωνή της λογικής μας, εμείς αναλωνόμαστε σε συμπεριφορές που στο τέλος αποβαίνουν μοιραίες για την άδοξη κατάληξη του ειδυλλίου.
Θα έλεγα πως υπάρχουν συνάνθρωποί μας που έχουν τόσο χαμηλή αυτοεκτίμηση που η λέξη "όχι" τους είναι άγνωστη. Παρά τα μηνύματα, επιμένουν και ενοχλούν τους άλλους με τα πείσματα αυτά, κάνοντας σαν ανώριμα παιδιά που αυτό που θέλουν, το θέλουν τώρα και με κάθε κόστος! Βρίσκουν δε, εξίσου ανασφαλείς και κομπλεξικούς στόχους για να στοχεύσουν το ενδιαφέρον τους, που όταν πλέον εκδηλωθεί η απόρριψη, τότε το μόνο που μένει είναι να πρωταγωνιστήσουν σε ένα δράμα όπως η ταινία "Ο πόλεμος των Ρόουζ" όπου στο σενάριο, το ζευγάρι μεθοδικά, μπαίνει σε μια πορεία εξόντωσης του ενός από τον άλλον.
Το γιατί μην το ψάχνετε, εμείς οι άνθρωποι είμαστε απρόβλεπτα όντα, οπότε αν δεν είσαι προετοιμασμένος να ακούσεις το "δεν ενδιαφέρομαι", τότε να κάτσεις στα αυγά σου και να σε φάει μετά η ενοχή γιατί το θέλησες εξ αρχής. Όμως, η μεγάλη ξεφτίλα είναι να στρέφεις στον άλλον το τι νιώθεις γι' αυτή τη πόρτα που έφαγες και να του ζητάς και τα ρέστα, προσπαθώντας για μιαν ακόμη φορά να αποδείξεις πως δεν είσαι ελέφαντας.
Ε, ναι δεν είσαι ελέφαντας, εντάξει, αλλά αυτό δεν σημαίνει κιόλας ότι με τον τρόπο αυτό θα κάνεις το αντικείμενο του πόθου σου να σε θέλει, αφού δεν σε θέλει, δεν το καταλαβαίνεις? Αν ζούσαμε στη Δύση, θα πηγαίναμε στον ψυχολόγο μας και θα αναλωνόμασταν για χρόνια ύστερα, για το ποια παιδικά μας τραύματα επέδρασαν για να μην μας θέλει η Ωραία Ελένη ή ο Πάρης της ιστορίας μας. Εμείς εδώ στο Ελλάντα και μάλιστα στην εποχή της διαδραστικής προσέγγισης, ρίχνουμε τα μπινελίκια και τις απειλές μας on line και μετά καμαρώνουμε που "του δείξαμε του μαλάκα" τι σημαίνει να τα βάζει μαζί μας, ο ελεεινός και τιποτένιος, ακούς εκεί?
Aventura - Obsesion
Μας αρέσει η ξεφτίλα γενικότερα ως νεοέλληνες που είμαστε και μάλιστα με δίχτυ ασφαλείας την απόσταση, ακόμα καλύτερα! Τα θέλουμε όλα και τα θέλουμε σύμφωνα με τα δικά μας μέτρα και σταθμά και μετά υποστηρίζουμε μετά βγελυμίας, ότι "οι άλλοι φταίνε" που δεν μας κάθεται καμία καλή γνωριμία και εμείς είμαστε μια χαρά παιδιά, τρομάρα μας! Είναι όπως το γνωστό ρηθέν που λένε οι άνδρες, που τα γεννητικά τους όργανα είναι ανύπαρκτα στον καθορισμό της συμπεριφοράς τους ως αρσενικά, το "όλες οι γυναίκες είναι πουτάνες, εκτός από τη μάνα και την αδελφή τους".
Όχι τίποτε άλλο, με αυτόν τον τρόπο σκέψης, παριστάνουμε και τους καμπόσους και αργά ή γρήγορα, στρέφεται έστω και αρνητικά η προσοχή πάνω μας, ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι δεχόμαστε να ευτελιζόμαστε και να μην ξέρουμε πως να αποχωρήσουμε από το παιχνίδι του έρωτα με το κεφάλι ψηλά και όχι με την ουρά στα σκέλια...
Μέχρι την επόμενη φορά, που θα παίξουμε αυτό το παιχνίδι της γάτας και του ποντικιού, περαστικά μας!
Μαριαλένα, 27/04/2010
Τετάρτη 21 Απριλίου 2010
Μονεμβάσια - Ο τόπος του ονείρου
Μονεμβάσια 2010 - (c) Μαριαλένα, 2010
Πόσες φορές σας έχει συμβεί να πλάθετε με την φαντασία σας εικόνες για το πως πρόκειται να είναι ένα μέρος και η πραγματικότητα να σας ξεπερνάει?
Μονεμβάσια (=σύνθετη λέξη, προήλθε από τη Μονή+έμβαση, δλδ. το ένα μονοπάτι), ένας τόπος χαμένος στα βάθη του χρόνου, μένει εκεί κόντρα στην αλμύρα του πελάγου και με τον ήλιο σύμμαχο, να την χρωματίζει μοναδικά καθώς πέφτουν πάνω στα παλιά σπίτια οι ακτίνες του.
Μονεμβάσια, μια καστροπολιτεία σκαρφαλωμένη στα ριζά του βράχου, η Κάτω Πόλη να αγγίζει τη θάλασσα, η Άνω Πόλη να φτάνει μέχρι τα οχυρωματικά τείχη στη κορυφή και η Μέση Οδός, το καλντερίμι που σε φτάνει μέχρι το τέλος του συνοικισμού, το κέντρο της ζωής στη μικρή κοινότητα.
Από όταν η στεριά ήταν ενωμένη με τον βράχο, η Μονεμβάσια κατοικήθηκε ανά τους αιώνες από Λάκωνες της ενδοχώρας, κατά την αρχαιότητα μέχρι στους βυζαντινούς χρόνους και έπειτα από τους Φράγκους και τους Τούρκους κατακτητές που την ζήλεψαν, τη πόθησαν και θέλησαν να την κατακτήσουν.
Λαός θαλασσινός οι Μονεμβάσιοι, κατείχαν καλά τη τέχνη του εμπορίου που μετέφεραν στα πέρατα της γης και έφερναν πίσω πλούτη και πλουμίδια από τα ταξίδια τους, να στολίσουν τα σπίτια που έμεναν στον Βράχο. Πιότερο από όλα, ξεχώριζαν τα αμέτρητα εκκλησάκια που έχτιζαν εντός των τειχών, με τον Χριστό τον Ελκόμενο να ξεχωρίζει στη κεντρική πλατεία και την Αγία του Θεού Σοφία να στέκει -ακόμη και σήμερα- περήφανη στη κορυφή και να καλεί τους προσκυνητές να κάνουν μια ανάβαση που θα τους αφήσει άφωνους από την άγρια ομορφιά που θα αντικρίσουν.
Άξιο και ξεχωριστό τέκνο της Μονεμβάσιας, ο ποιητής της Ρωμιοσύνης, ο Γιάννης Ρίτσος (1909 - 1990), που γεννήθηκε και έζησε εκεί μέχρι το 1974, στο σπίτι που στις μέρες μας έχει αναστηλωθεί και περιμένει να το ανακαλύψουμε λίγα μέτρα πάνω από την καστρόπορτα, ανηφορίζοντας ένα μονοπάτι που σε οδηγεί να δεις με τα μάτια σου τη θέα και να φανταστείς πως ήταν η ατμόσφαιρα όταν ο Ποιητής της Ειρήνης, εμπνεόταν και συνέθετε τα αθάνατα δημιουργήματά του.
Ξεχειλίζει από ζωή, αυτό το μικρό μέρος, με ευγενικούς ανθρώπους που συναντάς εκεί, τόσο μέσα όσο και έξω από το Κάστρο, στη Νέα Μονεμβάσια, τη σύγχρονη κοινότητα που έχει αναπτυχθεί εκεί έξω από τα τείχη, στην απέναντι όχθη. Μπαίνεις μέσα και αρχίζεις να περιδιαβαίνεις τα μονοπάτια της Μαλβάζιας, ενώ μένεις έκθαμβος από το θέαμα των παλιών και αναστηλωμένων αρχοντικών που φιλοξενούν τους επισκέπτες. Νιώθεις τις δονήσεις των νέων ανθρώπων να έρχονται και να σε συνεπαίρνουν, καθώς η ατμόσφαιρα είναι τόσο ερωτική και συνάμα μοναδική εκεί, όλες τις ώρες της ημέρας.
Χαζεύεις τη θέα από ψηλά, τις αντανακλάσεις της θάλασσας και τα καράβια που περνούν απέναντι και χάνεσαι σε αυτό που ζεις, παρέα με το θυμάρι και τη μπουκαμβίλια που φυτρώνει στο βραχώδες έδαφος. Φτάνεις μέχρι τη κορυφή στα ερείπια του διοικητικού κέντρου και αισθάνεσαι σαν τον βασιλιά του κόσμου, καθώς αντικρίζεις από τα 550 μέτρα τη γη από ψηλά. Διασχίζεις τα δαιδαλώδη μονοπατάκια της Κάτω Πόλης και σε κάθε γωνιά βρίσκεις έναν ακόμη λόγο για να μη θες να ξυπνήσεις από το όνειρο που νομίζεις ότι ζεις.
Είναι ευλογημένος τούτος ο τόπος για όλα όσα προσφέρει απλόχερα στον επισκέπτη και τον εξερευνητή. Ακούς ακόμη το τραγούδι των ερωτευμένων που κάποτε στα τείχη έδωσαν ένα φιλί γεμάτο πάθος, με τον χρόνο να παγώνει στη στιγμή που ενώθηκαν τα χείλη τους, σαν να μην μετρούσε τίποτε άλλο, εκτός από εκείνη τη στιγμή με τον ήλιο να γέρνει ευλαβικά στην ένωσή τους...
Σύνδεσμοι: Γιάννης Ρίτσος - Ρωμιοσύνη
Μαριαλένα, 20/4/2010
Ετικέτες
music videos,
poetry,
traveling
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

