Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2018

Κάποτε ήμουν ο Τάνταλος...

1η Δεκέμβρη σήμερα. Μπήκαμε στο τελευταίο μήνα του χρόνου, για σκέψου! Κάποτε η έλευση των γιορτών με γέμιζε με συναισθήματα θλίψης, έλλειψης χαράς, το στρες των εορτών που το λένε. Η χαρά μ' είχε αφήσει από παιδί ακόμα και κίνησε το δρόμο της χώρια. Στα 18 μου πέθανε παραμονή Χριστουγέννων η γιαγιά μου η Ελένη κι εμείς κακήν κακώς τα μαζέψαμε τα στολίδια. Από τότε ο πατέρας μου δε ξανάθελε δέντρο στο σπίτι, ευκαιρία ζήταγε θαρρώ κι η μάνα μου που τα Χριστούγεννα ήταν η γιορτή που έδινε τα ρέστα της, ενώ ποτέ δεν έλεγε ότι της άρεσαν, πάντα στόλιζε το σπίτι γιορτινά, όπως κάνουν οι παλιές νοικοκυρές, με τα σεμεδάκια της, τα κρεμαστά της στεφάνια στη πόρτα για καλή τύχη, τα κρεμμύδια κρεμασμένα στο παράθυρο της κουζίνας πάλι για καλή τύχη του νέου χρόνου και φωτάκια, φωτάκια στο πεύκο, φωτάκια στη πορτοκαλιά, φωτάκια στο μπαλκόνι, φωτιζόταν το κατά τ' άλλα άχρωμο σπίτι, έτσι όπως το χαν φτιάξει και διακοσμήσει.

Πέρσι με πλάκωσε το μαύρο σκοτάδι, απ' όλες τις πλευρές και μέσα μου κι έξω μου  και παντού. Δε γινόταν αλλιώς, οι απώλειες δεν αφήνουν περιθώριο να στολίσεις, εκτός αν έχεις παιδιά στο σπίτι που δε σου φταίνε σε τίποτα να ζουν στη μαυρίλα, αλλά παιδιά σ' αυτό το σπίτι δεν ευτυχίσαμε να δούμε, εκτός από εκείνα των νοικάρηδών μας που μεγάλωσαν στο σπίτι μας κάποτε. Φέτος όμως, εκεί που καθόμουν και κλαιγόμουν με τον εαυτό μου (τι πρόσφορο!), κάτι μέσα μου μ' έκανε ν' αλλάξω στάση. Πήρα μια λεντοταινία που είχα για μικρό δέντρο και τη στόλισα πάνω από το γκαράζ, να ανάβει και να φωτίζει λίγο την αυλή. Μου άρεσε αυτό! Πήγα σήμερα να ψάξω τα φώτα στην αποθήκη, βρήκα μιαν ακόμα σειρά από φώτα που την έβαζε η μάνα μου στο μπαλκόνι και δούλευε! Τη πήρα και έφαγα δυο ώρες να τη περάσω στα κάγκελα, αλλά το κανα κι αυτό να δώσω λίγο λάμψη, να μη ζω στο μαύρο, μέρες που έρχονται.

Προχθές πήγα στο σούπερ μάρκετ και εκεί που έψαχνα να βρω τα τρόφιμα, έπεσα πάνω στα Χριστουγεννιάτικα! Υπέροχα στολίδια από ξύλο τράβηξαν τη προσοχή μου, ενώ άλλοι πελάτες ήδη ψώνιζαν. Πήρα για τον τοίχο ένα κρεμαστό που γράφει Welcome friends και έχει διακόσμηση φιγούρες των Χριστουγέννων και τρία μικρά ξύλινα δεντράκια που τα έβαλα πάνω στο καλό τραπέζι που δε κάθεται πια κανείς, αλλά είπα πως έτσι θα κάνω φέτος το σπίτι, λίγο πιο γιορτινό, λίγο πιο χαρούμενο, για μένα πια... Εκεί που έψαχνα να βρω τα φώτα στην αποθήκη, ήταν και το στεφάνι που κρέμαγε η μάνα μου με κάθε μεγαλοπρέπεια στην είσοδο. Η χρονιά που έγραφε πάνω του ήταν το 2015, τελευταία φορά που έκαναν στην Αθήνα γιορτές οι γονείς. Μετά κενό, εκείνοι αλλού κι εγώ μέσα σε μπερδεμένες καταστάσεις και ανατροπές στη ζωή μου, έκανα φέτος κάτι πια για μένα...

Πρωί Σαββάτου, 1η Δεκέμβρη και σηκώθηκα ψιλοσκουντούφλα, να δω τι καιρό κάνει έξω και για να κάνω δουλειές του σπιτιού που χρειαζόμουν να τις κάνω. Σκούπισμα, πλυντήριο, άπλωμα, στόλισμα στο μπαλκόνι, μεσημεριανό φαγάκι, λίγη ξεκούραση, μαγείρεμα για να το βρω μπροστά μου για το γραφείο και να η κυκλοθυμία παρούσα καθώς νύχτωσε, καθώς πήρα τη μάνα μου να τη ρωτήσω μια μαγειρική συμβουλή και από πίσω ο πατέρας μου γκρίνιαζε ως συνήθως. Τι... ποιος είναι??? Αμάν βρε παιδιά, μια ερώτηση θέλω να κάνω και μου βγάζετε τη ψυχή, η σχεδόν μόνιμη επωδός μου σε τέτοιου είδους επικοινωνίες μαζί τους. Όταν δεν αντέχεις τη κακή διάθεση για εκατομμυριοστή φορά και θες απλά να μαγειρέψεις, γιατί η κυκλοθυμία σου σε βαραίνει απίστευτα και αρχίζεις και κάνεις σκέψεις απαισιόδοξες πάλι, δύσκολες που φανερώνουν έλλειψη κι όχι γαλήνη μέσα σου. Με μια τόσο δα αφορμή, είναι αρκετό να ξεπηδήσει πάλι ο Τάνταλος μέσα σου, που το πρωί σήκωνε τη Γη για να την ανεβάσει στη κορφή ενός βουνού σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία και το βράδυ μόλις το κατάφερνε να τη φτάσει στη κορυφή, κατρακυλούσε πάλι στη βάση του βουνού και ξανάρχιζε το μαρτύριο.

"Αν ήσουνα αγάπη δεν θα σ' άφηνα..." κολλάει πάλι το μυαλό στο ομώνυμο τραγούδι της Παπαρίζου και είσαι έτοιμη να πάρεις το μαστίγιο μέσα σου ν' αρχίσεις το αυτομαστίγωμα, γιατί κάπως πρέπει να τιμωρηθείς ψυχικά που σε βαραίνουν αυτές οι καταστάσεις. Εμ πως, δεν γίνεται αλλιώς, έτσι ξέρεις να κάνεις. Δε μιλάς, δε ξεσπάς, αλλά μέσα σου, ηφαίστειο, μπουρλώτο, τσουνάμι, να τα γαμήσεις όλα θες, να ησυχάσεις. Αφήνεις το φαΐ να κρυώσει στη κουζίνα και τρέχεις να κάτσεις να γράψεις τι σου κυκλώνει το μυαλό, γιατί αλλιώς θα παραμιλάς όλο το βράδυ στον εαυτό σου, γιατί αυτά τα γαμημένα Σαββατόβραδα, είναι τα πιο δύσκολα να περάσουν, ειδικά όταν σε πιάνει το δικό σου το "αφήστε με στη μοναξιά μου, όλα μου φταίνε". Άλλα σου φταίνε κούκλα μου, μ' αυτούς που έχεις μπλέξει, όχι εσύ, τι στο κόρακα...!

Κοιτάς έξω στο μπαλκόνι και σ' αρέσει που κάτι φωτάκια στο βάθος κάνουν το παιχνίδι τους. Μέσα στο βαθύ σκοτάδι, η νύχτα παίρνει χρώμα, το μαύρο έχει και μικρά λεντάκια που ανάβουν ρυθμικά, για έναν μήνα ακόμα και κάτι μέρες και σπάνε τη μονοτονία του κρύου καιρού το καταχείμωνο. Φέτος τα κατάφερες και τα έβαλες τα φώτα, κινητοποιήθηκες. Στόλισες κι όσο πατάει η γάτα το χώρο σου, πάλι καλά! Το ξεπέτσιασμα να δω πότε θα πάψεις να το κάνεις, κάθε φορά που σε βαραίνει η στεναχώρια και το μυαλό σου γυρίζει στα περασμένα, γιατί μόνον αυτά ξέρεις κι έχεις να θυμάσαι. Το πρωί που ξυπνάς συνέρχεσαι λες, ξεκινάς πάλι τον αγώνα, μέρα με τη μέρα κι ο χρόνος κυλάει αδυσώπητα, αδιαμαρτύρητα κι εσύ προσπαθείς να τον παρατηρείς, για να προλάβεις ν' αντιδράσεις, νομίζεις ε?

Αν ο Τάνταλος ζούσε στις μέρες μας, είμαι σίγουρη πως έχω πάρει τις καταβολές του, δεν εξηγείται διαφορετικά κάθε που βραδυάζει...

(c) Marialena, 01.12.2018

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2018

Η παρείσακτη


«Γιατί δεν παντρεύεται? Τι θα τα κάνει τόσα σπίτια?»
Αυτά έλεγαν στη γειτονιά καλοθελητές που προτιμούσαν να μένουν στη σκιά και να κουτσομπολεύουν πίσω από τη πλάτη της. Μόνη σ’ ένα μεγάλο σπίτι για έναν άνθρωπο, άντε να την έβλεπες να μπαίνει και να βγαίνει καμιά φορά, ή να σκουπίζει την αυλή και να ποτίζει τα φυτά. Μπουγάδα έβαζε δυο φορές το μήνα κι αν δεν την πρόσεχες, ούτε την έβλεπες, ούτε την άκουγες. Γλυκειά γυναίκα, την πρόσεχες στο παράστημα,  δεν έδειχνε την ηλικία της.
Οι γονείς της γέροι πια, έμεναν στο εξοχικό. Είχαν φύγει χρόνια πριν στην εξοχή και ερχόταν να τη δουν μια φορά τον μήνα, όταν κατέβαιναν για δουλειές στη πόλη. Μεγάλοι άνθρωποι με τις παραξενιές τους. Η μάνα της ήταν κυρία, αλλά δεν έκανε εύκολα παρέες στη γειτονιά και ο πατέρας της φωνακλάς και νευρικός. Όχι και οι ευκολότεροι άνθρωποι να συναναστραφείς. Κι η κόρη είχε πάρει από δαύτους, έμπαινε στο σπίτι της και αν της μιλούσε άνθρωπος, του μίλαγε και εκείνη με ευγένεια. Αλλιώς, άντε να έβλεπες ένα φως εκεί που καθόταν τα βράδια σ’ ένα δωμάτιο και τα υπόλοιπα παντζούρια κλειστά. Ήταν κι εκείνη εσωστρεφής, την άκουγες να φωνάζει μόνο αν την νευρίαζε κάποιος στην οικογένεια, η δόλια.
Τα χε φτιάξει μ’ έναν άνθρωπο που τα χανε χρόνια. Ερχόταν την έπαιρνε ή την άφηνε κάποιες Κυριακές που έφευγαν μαζί. Κάποια χρόνια πριν έλειπε τα σαββατοκύριακα. Μετά πάλι πίσω ερχόταν.  Έβλεπαν κι ένα παιδάκι μαζί με τον κύριο, που τώρα είχε μεγαλώσει. Κάποια στιγμή έμειναν μαζί στο σπίτι της, έβλεπες και κάποιον άλλον εκτός από τη κοπέλα σ’ αυτό το μεγάλο σπίτι. Μια δυο φορές τους είδαν οι γείτονες να φτιάχνουν τον κήπο παρέα ή να πλένουν τ’ αμάξι στην αυλή. Εκείνος ερχόταν απ’ τη δουλειά, άναβε τη τηλεόραση στο καθιστικό και δεν τον ξαναέβλεπες, αλλά του άρεσε να έχει τις κουρτίνες ανοιχτές και να βγαίνει στο μπαλκόνι να τη χαιρετάει. Μετά ερχόταν κι εκείνη απ’ τη δουλειά στο σπίτι τα απογεύματα και έκλεινε τις κουρτίνες και τα παραθυρόφυλλα.
Ένα χειμωνιάτικο πρωί λίγο πριν τα Χριστούγεννα, ο άνδρας έφυγε από το σπίτι και δε ξαναγύρισε. Ήλθε κάποιες φορές για λίγο και πάλι έφευγε. Εκείνη κατέβαζε το κεφάλι και κρυβόταν από τον κόσμο. Κάποια στιγμή ήλθε και η μεταφορική και πήρε τα πράγματά του από το σπίτι της. Η κοπέλα έγινε ακόμα πιο αόρατη απ’ ό,τι συνήθως. Οι γονείς της είχαν καιρό να έρθουν σπίτι. Μια μέρα που χε βγει να σκουπίσει, πέρασε μια γειτονοπούλα και της μίλαγε. «Ξέρεις τι λένε για σένα» της είπε, «ο κόσμος λέει διάφορα…». Εκείνη έκανε τη χαρακτηριστική κίνηση της απαξίωσης, αλλά η φίλη της μετέφερε ότι ο κόσμος συζητάει γιατί δεν παντρεύεται και τι θα τα κάνει τα σπίτια, ως η μοναδική κληρονόμος.
Όχι ότι έδινε βάση στα κουτσομπολιά, ο κόσμος μπορεί να λέει ό,τι θέλει άλλωστε και αυτό δεν έχει να κάνει με αλήθειες αναγκαστικά. Ο καθένας μας τον εαυτό του προβάλει μέσα από τους ισχυρισμούς του.  Όμως αυτό το «γιατί δεν παντρεύεται» της έμεινε στο μυαλό. Κακά τα ψέματα, την είχαν αγγίξει εκεί που πονούσε με το θέμα του γάμου και της οικογένειας.
Όλα τα χρόνια που ήταν με αυτόν τον άνθρωπο, έκανε υπομονή. Στην ουσία δεν διεκδικούσε αυτό που επιθυμούσε, για να καλυφθεί συναισθηματικά, αλλά είχε συνηθίσει σ’ έναν τρόπο ζωής, της βόλτας της Κυριακής και μετά ο καθένας σπίτι του.  Όταν έμεναν μαζί στο σπίτι της, δεν πρόλαβαν να χρονίσουν. Από καλοκαίρι σε χειμώνα, την έβλεπες να βγάζει έξω στρώματα και εκείνος να τα καθαρίζει στο μπαλκόνι. Υπήρχαν και φορές που την άκουσαν οι δίπλα να φωνάζει «δεν αντέχω άλλο, κάνε κάτι…» και άλλες να κατεβάζει καντήλια. Και μετά σιωπή, όπως πάντα.
Κανείς από τους κουτσομπόληδες της γειτονιάς δεν είχε αναρωτηθεί γιατί δεν είχε παντρευτεί, τόσο χρονών γυναίκα. Που να ξέρουν, ότι αυτό που ποθούσε να ζήσει με τον άνθρωπό της, έμοιαζε μ’ όνειρο μακρινό και απλησίαστο από ένα σημείο κι ύστερα. Ότι ματαιωνόταν και ως άνθρωπος και ως γυναίκα που αρκούταν στα λίγα αφού η ωρίμανση στη σχέση της δεν ερχόταν, όσα χρόνια κι αν περνούσαν.
Δε ζήλευε τους άλλους που είχαν κάνει τις επιλογές στη ζωή τους. Αλλά μέσα της την έπιανε ένα κρυφό παράπονο. που για να την αγαπάει ο σύντροφός της, εκείνη έμενε σε μια σχέση δίχως αύριο, ανολοκλήρωτη. Όπως της είπε κι ένας φίλος του κάποτε: «εσένα σου αρέσουν τα αντισυμβατικά, δεν θες να κάνεις οικογένεια». Έτσι πίστευε ή έτσι ήθελε να πιστεύει με τις εντυπώσεις που είχε από τον κολλητό του. Που να ξερε ότι μαράζωνε, ματαιωνόταν μέσα της, αλλά για να μην χαλάσει την αγάπη που είχε για τον άνθρωπό της, προτιμούσε να απαξιώνεται παρά να διεκδικεί το δικαίωμά της στις προσωπικές επιλογές. Ήταν και χρόνια πια μαζί κι εκείνη υπέμενε, απλά υπέμενε στωϊκά κι ανυπολόγιστα, αφού τον αγαπούσε.
Ώσπου τα έφερε έτσι η ζωή που έμεινε ξανά μονάχη σ’ αυτό το μεγάλο σπίτι. Έβλεπες να χει αναμμένο φως μέχρι τις δυο τη νύχτα συχνά και μετά να βυθίζεται το σπίτι στο σκοτάδι.  Ή άντε ν’ άκουγες καμιά μουσική που έβαζε άμα καθόταν στο δωμάτιο που και που, τίποτε παραπάνω. Δεν ήθελε να ενοχλεί ούτε τη σκιά της σ’ αυτό το σπίτι. Με το ζόρι κατέβαινε ν’ ασχοληθεί με τον κήπο και μια φορά την εβδομάδα καθάριζε τους εξωτερικούς  χώρους του σπιτιού.  Καμιά φορά την έβλεπες να φεύγει μια Κυριακή κι άλλες φορές να γυρίζει αργότερα τα βράδια. Άντε να την πετύχαινες με ψώνια στα χέρια απ’ το σούπερ μάρκετ και αυτό όχι συχνά.
Μια γυναίκα μόνη, χωρίς συγγενείς να διαφαίνονται στον ορίζοντα, αφού δεν παντρεύεται, τι θα τα κάνει τόσα σπίτια? Δεν θα τα πάρει μαζί της αγάπες μου, να στε σίγουροι. Όλα εδώ μένουν κι η ψυχή όταν φεύγει, λυτρώνεται απ’ όλα τα γήινα. Η μάνα της έλεγε ότι νέα γυναίκα είναι ακόμη, μην απελπίζεται. «Δεν σε πήραν και τα χρόνια» της έλεγε, «μην σε παίρνει από κάτω…». Λες και η καρδιά είναι πανδοχείο που ανοίγει και κλείνει σύμφωνα με τις κρατήσεις! Ο πατέρας της από την άλλη, έλεγε πως υπάρχουν άνθρωποι μέσης ηλικίας που θέλουν μια γυναίκα να τους γηροκομήσει και εκείνη έφριττε. Σαν τις Σουλιώτισσες να έπεφτε από το βράχο για να θυσιαστεί, μην τη πιάσουν οι Τουρκαλάδες αιχμάλωτη, έτσι ένιωθε!  Η αγάπη παύει να ναι αγάπη. όταν πονάει, όταν καταβαραθρώνει.
Κοιτάτε εσείς τα σπιτάκια σας και τις ζωούλες σας τις καλές, τις κακές και αδιάφορες και αφήστε το τι κάνει ο καθένας. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει το σταυρό που κουβαλάει ο συνάνθρωπος, ούτε παίζει με την ευτυχία των άλλων, λες και είναι δεδομένη.  Αλλά τι ψάχνεις να βρεις, θα μου πείτε, πίσω απ’ τις κλειστές τις πόρτες?

© Marialena, 24/03/2018