Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

Καθαρός Αέρας


-        Θέλω ν’ ανοίξω το παράθυρο και να πάρω ΑΕΡΑ, μ’ ακούς?
-        Τι σ’ έπιασε βραδιάτικα?
-        Δεν είναι τώρα, πολύ καιρό τώρα, θέλω να πάρω ΑΕΡΑ!!!
-        Σου συμβαίνει κάτι?
-        Πολλά… με πιάνω να μένω στα ίδια και στα ίδια μέσα μου, η ζωή προχωράει!
-        Τι στο καλό έχεις?
-        Κολλάω, μ’ ακούς κολλάω στα γιατί και τα πως και γιατί έτσι και γιατί αλλιώς και απάντηση δε παίρνω.
-        Τι απάντηση περιμένεις να πάρεις, από ποιον και γιατί?
-        Θέλω μιαν εξήγηση, γιατί οι άνθρωποι λένε πως σ’ αγαπούν και αυτό που κάνουν είναι να σε πληγώνουν, γιατί η αγάπη πονάει, γιατί αντί να προσπαθούν να τη κρατήσουν ζωντανή, της δίνουν μια και τη στέλνουν στα τάρταρα, πες μου γιατί…
-        Εξαρτάται, τι να σου απαντήσω, όλα μες τη ζωή είναι.
-        Θέλω απαντήσεις, τ’ ακούς, απαντήσεις για να καταλάβω τι μου συμβαίνει.
-        ΄Ωχου μάτια μου τώρα, τι ψάχνεις, οι άνθρωποι δεν είναι ότι δείχνουν, συχνά αλλάζουν και όταν δεν θέλουν κάτι το αποδιώχνουν. Σε κάλυψα?
-        Όχι, δεν με κάλυψες, τι να μου καλύψεις, την απόγνωσή μου?
-        Γιατί απόγνωση καλό μου, τι σου συμβαίνει?
-        Εγώ πρώτη είμαι που λέω πως η ζωή συνεχίζεται, αλλά η απόρριψη δεν παλεύεται…
-        Ερωτική απόρριψη λες τώρα? Τι εννοείς?
-        Μιλώ για το πριν και το μετά, το βόλεμα, το είμαι καλά χωρίς εσένα, το πώς κάνεις έτσι, το να πας να γ@**θείς, το πως κάνουμε τους άλλους δίπλα μας δυστυχισμένους και δεν βάζουμε όρια στις συμπεριφορές μας!
-        Πόσο καιρό σ’ απασχολούν αυτά τα πράγματα?
-        Πολύ καιρό τώρα, από τότε που έψαχνα να βρω τον ήλιο ανάμεσα στα σύννεφα και στο τέλος προέκυψε καταιγίδα με αστραπόβροντα!
-        Και?
-        Τι και? Θέλω να πάψω να πονάω, θέλω να πάψω να υποφέρω, αυτό.
-        Αγρίμι, αγριμάκι μου εσύ, παραπονεμένο μου πλάσμα. Πόσον καιρό έχει κάποιος να σε πάρει αγκαλιά?
-        Μη ξύνεις πληγές σε παρακαλώ, δε χρειάζεται!
-        Τι θες, πες μου τι θες να κάνω εγώ για σένα απόψε…
-        Θέλω να μην πονάω άλλο πια, να μπορώ να διαχειριστώ τη κατάσταση, το τώρα, το μετά μου. Θέλω να μπορώ να εμπιστευτώ ξανά, να μην αγριεύω κάθε φορά που μέσα μου ξεπηδάει ο πόνος κι η επιθυμία.
-        Ο πόνος κι η επιθυμία λοιπόν, συνδέονται μεταξύ τους?
-        Το ξέρω ότι υπάρχουν καλοί άνθρωποι, καλοσυνάτοι και καλοπροαίρετοι, ξέρω επίσης ότι υπάρχουν χειριστικοί άνθρωποι που αυτό που θέλουν το πετυχαίνουν ρουφώντας σε, ενώ εσύ νομίζεις ότι κάνεις καλό σ’ αυτούς και στη σχέση σας και τ’ αποτέλεσμα μηδέν. Απογοήτευση.
-        Από τον εαυτό σου ή τους άλλους που άφησες να σ’ εκμεταλλεύονται?
-        Μεγάλη κουβέντα αυτή, πολύ μεγάλη.
-        Αυτό κι αν πονάει ε?
-        Ναι, πονάει το ρημάδι.
-        Τι ήθελες δηλαδή?
-        Ήθελα να χω περιθώριο ν’ αγαπάω και να ναι θετικό για τον άνθρωπό μου και τη σχέση μας, ήθελα όταν το χρειαζόμουν να ήταν εκεί για μένα, ήθελα να μην αφήσει την αγάπη μας να σβήσει. Τη θεωρούσα σημαντική κι αναντικατάστατη.
-         Οι άνθρωποι αλλάζουν, αν δεν μπορούν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα, μοιραία μένουν πίσω ή αποχωρούν, δεν προχωράνε όλοι παράλληλα ξέρεις.
-        Ζητάω μόνο να μπορώ να εμπιστευθώ, το καταλαβαίνεις? Δεν τη μπορώ τη ψευτιά και την υποκρισία, τις διπρόσωπες συμπεριφορές. Πιστεύω στο καλό και δεν μπορώ να προδώσω τα ιδανικά μου…
-        Και το τίμημα όλων αυτών?
-        Η μοναξιά. Η εσωτερική μοναξιά, αυτή η δυσβάσταχτη αίσθηση που λες πότε θα περάσει για να βγεις έξω, να πάρεις αέρα.
-        Και πότε περνάει νομίζεις?
-        Μακάρι να ξερα, αλλά δε ξέρω.  Τον πληγωμένο άνθρωπο δεν τον ρωτάς πότε θα κλείσει η πληγή του, όσο αιμορραγεί.
-        Τι θα θελες να συμβεί?
-        Θα θελα να συμβεί ένα θαύμα, μια ηλιαχτίδα φωτός να ρθει να με φωτίσει, να πάρω ανάσα, να πω ότι αξίζει να προσπαθήσω ξανά να…
-        Να, τι? Τι θες να έρθει στη ζωή σου?
-        Η αγάπη, η συντροφικότητα, η επικοινωνία, η εμπιστοσύνη, η ειλικρίνεια, ένας άνθρωπος που να ξέρει τι θέλει και να ξέρει πως θα το διαχειριστεί.  Αισθάνομαι πως δεν έχω χρόνο για άλλον πόνο σε ό,τι με αφορά, γιατί ό,τι και να πω, έξω θα πέσω.
-        Όπως το τραγούδι, «δεν έχω χρόνο, για άλλον πόνο, για άλλα δάκρυα δεν έχω πια καιρό…».
-        Ναι, όπως το τραγούδι, κάπως  έτσι.
-        Αγάπη θες, αγάπη που να νιώσεις ότι σε σένα απευθύνεται και το κυριότερο, μπορεί να σε καταλάβει. Μπορεί να σε γιατρέψει.
-        Αν υπάρχει τέτοιο πράγμα, ναι, τέτοια αγάπη θέλω, αν υπάρχει…
-        Υπάρχει, στα μάτια εκείνων που την αναγνωρίζουν ως τέτοια καρδούλα μου. Έχε υπομονή, ζήσε αυτό που έχεις να ζήσεις, για να πας παρακάτω.
-        Αέρα θέλω, να μην πνίγομαι, να μην ασφυκτιώ, να ανοίγω τα πανιά μου και να τ’ αφήνω να πνέουν στον αέρα κι όπου μας βγάλει.
-        Ναι όπου μας βγάλει, δεν γίνεται αλλιώς. Να παίρνεις το βαρκάκι σου αγκαλιά κάθε βράδυ και να του λες «σ’ ευχαριστώ» που άντεξες στους ανέμους, κόντρα ή πρίμα ο καιρός. Κάνε το για μένα, σε παρακαλώ!
-        Και το κουπί? Ποιος θα τραβήξει το κουπί?
-        Θα το τραβήξει ο Οδυσσέας μέσα στη ψυχή σου, που ψάχνει να βρει την Ιθάκη του. Εσύ θα του θυμίζεις να μην τα παρατήσει κι αν λιγωθεί, μίλα του να μην λιγοψυχήσει. Να σαι εκεί για τη ψυχούλα σου την ανεμοδαρμένη.
-        Δεν το διάλεξα αυτό το μαρτύριο…
-        Δεν είχες κι άλλη επιλογή, όμως.
-        Το ξέρω, το καταλαβαίνω.
-        Πόσο έχεις ξεχάσει την ανθρώπινη αγκαλιά, άσε με να σε πάρω μια για καληνύχτα! Άσε με σε παρακαλώ, δεν έχω τίποτε άλλο να σου προσφέρω…
-        [Αναστεναγμός]
-        Καληνύχτα παιδί μου, ο Θεός μαζί σου, θα περάσει κι αυτό, κάποια στιγμή θα περάσει…
-        [Η αγκαλιά σφίγγει ακόμα πιο πολύ]
-        Θα περάσει, σουςςςς, θα περάσει…
© Marialena, 29-30.04.2018

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2018

Η Μαύρη Σκιά


Περπατούσε στο δρόμο με βήμα βαρύ. Νύχτα ήταν, σχεδόν μεσάνυχτα, που διέσχιζε το κέντρο της πόλης πεζή με κατεύθυνση στο Σύνταγμα. Την πέτυχα μπροστά στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη, στη παλιά Βουλή. Το φανάρι κόκκινο για τους πεζούς, αλλά συνέχισε να προχωράει, δεν τη σταματούσε τίποτε. Την ακολούθησα διακριτικά, μου φαινόταν γνωστή.

Έστριψε στο γωνιακό κτήριο και στάθηκε. Κοιτούσε προς τη Μητροπόλεως με βλέμμα χαμένο. Ακούμπησε σε μια κολώνα και έμεινε εκεί. Άναψε τσιγάρο και κατέβασε το κεφάλι. Μια ρουφηξιά και μετά το βλέμμα στ’ άπειρο και πάλι από την αρχή. Τη παρατηρούσα, φορούσε πλεκτό σκούφο στο κεφάλι, ένα μαύρο μπουφάν, μαύρο παντελόνι κι αθλητικά παπούτσια μποτάκια κι αυτά μαύρα. Τα μαλλιά πιασμένα με λαστιχάκι και ένα τσαντάκι περασμένο διαγώνια. Τα χέρια στις τσέπες χωμένα βαθιά. Τι να γύρευε άραγε μέσα στη νύχτα εκεί?

Προσπαθούσε να θυμηθώ που τη ξέρω, τι μου θυμίζει. Η νύχτα με προκαλούσε κι εμένα να μείνω εκεί απέναντι στο ξενοδοχείο με τη πλάτη στο τοίχο να την παρατηρώ ασυναίσθητα. Κι εμένα δεν μου κόλλαγε ύπνος, το να περπατώ ίσως και άσκοπα στη γύρω περιοχή με έκανε να ξεχνιέμαι. Τι κι αν ήταν ένα κρύο βράδυ του Φλεβάρη, ήμουν κι εγώ εκεί ανάμεσα στους άλλους, χωρίς να θέλω να πάρω το Μετρό να γυρίσω σπίτι.

Νομίζω πως την έφερα στο νου μου. Την είχα γνωρίσει κάποτε σε μια κοινή παρέα. Γενέθλια φίλου ήταν, ήμασταν από κοινού καλεσμένοι. Είχε έρθει θυμάμαι μαζί με κάποιον, τα’ αγόρι της ίσως και τους θυμάμαι που χόρευαν ξέγνοιαστα μαζί με τους υπολοίπους στη γιορτή. Μου είχε κάνει εντύπωση που όλο χαμογελούσε. Τώρα ήταν μόνη κι έδειχνε καταβεβλημένη. Μπορεί και να την έλεγαν Μαρία, αν δεν απατώμαι.

Μετά από λίγο καιρό από τότε που την είχα δει στο πάρτι, την έχασα, δεν την ξαναείδα, δεν μ’ ένοιαζε κιόλας. Ο εγωισμός του ανθρώπου που κοιτάζει τον μικρόκοσμό του κι αγνοεί τον  περίγυρο. Κάτι όμως απόψε με έκανε να πάω να της μιλήσω, την είχα συμπαθήσει όταν είχαμε γνωριστεί. Διέσχισα τη Σταδίου απ’ το φανάρι και λίγα μέτρα μετά ήταν εκεί, έχοντας ανάψει κι άλλο τσιγάρο ατενίζοντας το άπειρο. «Μαρία εσύ?» της είπα και γύρισε και με κοίταξε με απορία. «Με θυμάσαι?» συνέχισα, είμαι η φίλη του Νίκου που είχαμε γνωριστεί στη γιορτή του που μας είχε καλέσει στο μπαράκι, τι κάνεις?» Με κοίταξε απορημένη, προφανώς δεν περίμενε να της μιλήσει κάποιος εκεί που στεκόταν. Τράβηξε μια τζούρα και μου απάντησε μονολεκτικά «καλά…».

Μου φάνηκε γερασμένη, μπορεί και ταλαιπωρημένη, σαν κάτι να τη βασάνιζε. «Ο Μιχάλης?» τη ξαναρώτησα, «είστε καλά μαζί?» «Ο Μιχάλης…» μου απάντησε «όχι, δεν είμαστε πια μαζί, τελειώσαμε…». «Λυπάμαι» ανταποκρίθηκα, «εύχομαι κάθε εμπόδιο για καλό», για να εισπράξω ένα βλέμμα γεμάτο πόνο κι ένα νεύμα συγκαταβατικότητας με σφιγμένα χείλη. «Ο Μιχάλης δυστυχώς, δεν…» κι έσβησε η ματιά της. «Περιμένεις κάποιον?». Κούνησε το κεφάλι αρνητικά «πνιγόμουν στους τέσσερις τοίχους και βγήκα έξω να πάρω αέρα» μου είπε. «Κι εγώ το ίδιο» της απάντησα. «Θες να πάμε κάπου εδώ κοντά να μιλήσουμε, να πιούμε ένα ποτό?» της πρότεινα. «Πάμε…» μου απάντησε και κατεβήκαμε από τη Βουλής στη Κολοκοτρώνη.
                                         (c) getty images

Καθίσαμε σε ένα μπιστρουδάκι που είχε ακόμα πελάτες, παρά το ότι ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Έβγαλε το σκούφο απ’ το κεφάλι και τα μαλλιά της ξεπήδησαν ανακατεμένα. Δίχως ίχνος μακιγιάζ ή άλλης περιποίησης, έμοιαζε σαν να έχει βγει έξω δραπετεύοντας. Μάτια γεμάτα θλίψη, μαύρα του κάρβουνου και κόκκινα μαλλιά γεμάτα από ένταση. Ξανάναψε τσιγάρο και στάθηκε βουβή. «Θες να μου πεις τι έγινε?» τη ρώτησα. «Γιατί είσαι τόσο στεναχωρημένη?» «Αυτή τη Μαρία που ήξερες, να τη ξεχάσεις…» μου ψέλλισε κι αναστέναξε. «Τινάχθηκαν όλα στον αέρα, τ’ ακούς, όλα!» «Μίλα μου», της είπα και της έπιασα το χέρι «σ’ ακούω…».

Άρχισε να μου αφηγείται πως μια κατά τ’ άλλα βολεμένη ζωή, άλλαξε από τη μια μέρα στην άλλη. Ήταν χρόνια με τον Μιχάλη, έφαγαν τα νιάτα τους σ’ αυτή τη σχέση. Φαινόταν αγαπημένο ζευγάρι, τους άρεσε να περνούν χρόνο μαζί και είχαν πολλές κοινές παρέες. Μου έλεγε το πως είχαν ερωτευθεί, πόσο τον είχε αγαπήσει, πως κάποια στιγμή τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους στη σχέση τους και το πήγαιναν για παρακάτω. Σχεδόν 10 χρόνια σχέσης, όλοι μας τους ξέραμε σαν τον Μιχάλη με τη Μαρία του, δεν τους έβλεπες εύκολα χώρια.

Ώσπου έμειναν επιτέλους κάτω απ’ την ίδια στέγη και έκαναν όνειρα για το μέλλον. Ο Μιχάλης στη συγκατοίκηση έβγαλε έναν άλλον εαυτό, που την σόκαρε. Έγινε αδιάφορος απέναντί της και άρχισε να εκδηλώνει συμπτώματα ψυχικής κατάστασης. Αυτός ο ήρεμος και γλυκός άνθρωπος, γινόταν σαν τον λυκάνθρωπο και μεταμορφωνόταν σε τέρας! Άρχισε να της μιλά επιτιμητικά, να κάνει βίαιες χειρονομίες, ενώ έβρισκε δικαιολογίες να φεύγει από το σπίτι ολοένα και περισσότερο. Μόνον στις κοινές τους παρέες είχαν φτάσει να πηγαίνουν από κοινού με τη Μαρία να φοράει μια μάσκα για να καλύπτει το κενό που ένιωθε κάθε φορά που ο Μιχάλης την αγνοούσε και απαξίωνε ό,τι εκείνη του ζητούσε ν’ ανταποκριθεί.

Άρχισε να βγαίνει όλο και λιγότερο μαζί του και να μένει στο σπίτι σαν πιστή Πηνελόπη, για να τον αντικρίζει ολοένα και πιο αγνώριστο. Μου εξομολογήθηκε πως έσμιγαν ερωτικά σπάνια, μια ή δυο φορές τον χρόνο, γιατί εκείνος δεν ανταποκρινόταν κι εκείνη πια ένιωθε ψυχρή απέναντί του, ενώ μέσα της ήθελε ακόμα να είναι ζευγάρι. Δεν άργησαν οι καυγάδες και η παράκληση να πάει να κοιταχτεί, γιατί τα φαινόμενα ψυχικής βίας μεταξύ των γινόταν ολοένα και συχνότερα. Εκείνος απλά την αγνοούσε, λέγοντάς της ψέματα ή υπεκφυγές.

Το κλίμα είχε βαρύνει επικίνδυνα, ώσπου πλησίαζαν τα Χριστούγεννα. Είπαν να τα περάσουν εναλλάξ με τις οικογένειές τους, για να κάνουν και τα χατίρια των γονιών τους. Η Μαρία ένιωθε πιεσμένη, αλλά δεν μπορούσε να πει όχι σε μια τέτοια υποχρέωση. Λίγο καιρό πριν, σε μιαν ανάπαυλα από τις απομακρύνσεις τους, της είχε πει ότι βλέπει τη σχέση τους σοβαρά και θέλει να προχωρήσουν. Δεν τον πίστευε, αλλά περίμενε να πάρει ο Μιχάλης τη πρωτοβουλία.

Προπαραμονή Χριστουγέννων, ο Μιχάλης πήρε τ’ αυτοκίνητο κι πήγε να δει τους γονείς του όπως συνήθιζε τακτικά. Έφυγε μεσημέρι αφού τη βοήθησε να μαζέψουν το σπίτι κι εκείνη το χάρηκε! Τον πήρε αργά τ’ απόγευμα στο τηλέφωνο να του θυμίσει ότι είχαν να πάνε σε μια κοινωνική υποχρέωση το βράδυ και να μην καθυστερήσει, άλλωστε είχε χρόνο να έρθει σπίτι να ξεκουραστεί. Η Μαρία μπήκε στο μπάνιο να ετοιμαστεί και μετά περίμενε με τα ρούχα για την έξοδο βγαλμένα στο κρεβάτι.
Η ώρα περνούσε και ο Μιχάλης δεν ερχόταν. Τον κάλεσε στο κινητό για να δει που είναι και τον άκουσε να έχει πέσει σε λήθαργο. Τον πήρε καπάκι άλλες τέσσερις φορές προσπαθώντας να δει αν άκουσε καλά.

Καμία απάντηση, ενώ εκείνη ούρλιαζε στο τηλέφωνο για να την ακούσει. Της κόπηκαν τα πόδια κι αν είχε πάθει κάτι? Πήρε έναν καλό του φίλο που κρατούσε επαφή και του ζήτησε να τον πάρει κι εκείνος, μήπως του απαντήσει. Και εκείνος άκουγε ροχαλητά. Η Μαρία επέμεινε να τον καλεί σαν τρελή, ενώ όταν κάλεσε τη Τροχαία και την Αστυνομία την διαβεβαίωσαν ότι θα ήταν όλα καλά, χωρίς στην ουσία να δώσουν περαιτέρω σημασία. Έστειλε ένα απολογητικό μήνυμα σ’ αυτούς που τους είχαν καλέσει και τους ζητούσε συγνώμη για την αναποδιά με το «πρόγραμμα» του Μιχάλη που εμπόδισε την συναναστροφή τους κι ανέτρεψε τα σχέδιά τους. Δυο προσκλήσεις για μια πολυαναμενόμενη παράσταση, παρέα με τους φίλους τους, είχαν ήδη χαθεί, το ίδιο και αυτή η βραδιά!

Η ώρα είχε πάει ήδη 12 και τότε πήγε έβαλε το νυχτικό της και κάθισε στο κρεβάτι σε στάση αναμονής για το κακό. Αν δεν εμφανιζόταν ο Μιχάλης, το πρωί θα πήγαινε στην αστυνομία να καταγγείλει την εξαφάνισή του. Αυτό σκεφτόταν ότι θα έκανε και έμενε ακίνητη να περιμένει. Το κινητό του είχε ήδη απενεργοποιηθεί κι έτσι κάθε πιθανή επικοινωνία μαζί του ήταν αδύνατη. Στις 12.20’ άκουσε τον συναγερμό του αυτοκινήτου και λίγο μετά το κλειδί στη πόρτα. Ήταν ο Μιχάλης!
Μπήκε μέσα και κατευθύνθηκε στο καθιστικό με σβηστό το φως. «Μιχάλη, είσαι καλά, Μιχάλη?» του φώναξε κι εκείνος δεν απάντησε. Άλλαξε μόνον ρούχα και καθόταν στο σκοτάδι αμίλητος. «Μιχάλη απάντησέ μου, είσαι καλά…?» του φώναξε από τη κουζίνα που χε πάει να τον περιμένει. Η αγνόηση για μιαν ακόμα φορά ήταν παρούσα. Η Μαρία είχε ένα κακό προαίσθημα για όσα θα επακολουθούσαν. Η αναπνοή της είχε γίνει κοφτή, ενώ ένιωθε πως ήταν σε εγρήγορση.

Πήγε δίπλα της αμίλητος και έκανε ν’ ακουμπήσει στο πλάι της, δίχως να της εξηγήσει το παραμικρό για την εξαφάνισή του. Φαινόταν μεθυσμένος και παραπατούσε. Τα ρούχα του βρώμικα και μύριζε. Η Μαρία τότε δεν άντεξε ούτε καν να τον έχει δίπλα της και άρχισε να χειροδικεί. Άρχισε να τον χτυπά με τα χέρια της σαν να του φώναζε «Μίλησέ μου…, γιατί μου το κανες αυτό?» Εκείνος την έπιασε από τον λαιμό και την πέταξε στο καλοριφέρ, σπάζοντας πράγματα που ήταν δίπλα. Αυτοί οι δυο άνθρωποι πάλευαν σαν να μην υπήρχε αύριο, μα η Μαρία κατάφερε να ξεφύγει.

Εκείνος ματωμένος, έπεσε στο πάτωμα και μιλούσε στον εαυτό του σε παράκρουση ότι πέρασε τη νύχτα με συντροφιά το ποτό, γιατί δεν ήθελε να βγει μαζί της ενώ το είχαν κανονίσει. Εκείνη γύρισε στη κρεβατοκάμαρα ασθμαίνοντας και νιώθοντας ότι είχε παγώσει μέσα της. Το μόνο που άκουγε ήταν η αναπνοή της, τίποτε άλλο. Ο Μιχάλης σηκώθηκε και πήγε να τη βρει. Η Μαρία στεκόταν στην άκρη του κρεβατιού μαρμαρωμένη. «Γιατί το έκανες αυτό?» του είπε. «Που ήσουν τόσες ώρες, που εξαφανίστηκες?» και άρχισε να της δικαιολογείται ότι έχει προβλήματα και ότι να του δώσει μιαν ακόμα ευκαιρία για κάποιους μήνες ακόμα, γιατί «μόνη της δεν μπορούσε να τα καταφέρει χωρίς αυτόν». Εκείνη σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στο γκαράζ να δει το αυτοκίνητο. Το αντίκρισε με βγαλμένο τον προφυλακτήρα και το κάθισμα γεμάτο από σωματικά υγρά.

Ανέβηκε στο σπίτι και με όση ψυχραιμία της απέμενε του ζήτησε να φύγει το επόμενο πρωί. Μέσα της είχε σπάσει το γυαλί μετά από αυτό που έζησε και δεν άντεχε πλέον αυτή τη κατάσταση στη ζωή της. «Τελειώσαμε Μιχάλη» του είπε. «Μετά απ’ αυτό τελειώσαμε, πρέπει να φύγεις…». Η Μαρία μου τα έλεγε σαν να μιλούσε για κάποιον άλλον, αλλά έβλεπα στο πρόσωπό της την οδύνη των όσων έζησε. «Μα εγώ θέλω να παντρευτούμε και να κάνουμε οικογένεια» της έλεγε, ενώ η Μαρία του απάντησε με όση δύναμη φωνής της είχε απομείνει «όχι έτσι, Μιχάλη, όχι μ’ αυτόν τον τρόπο. Ήθελα να μαστε καλά μαζί και να μαστε αγαπημένοι, αλλά τώρα πια δεν έχουμε περιθώριο…»
Η χειροδικία της απέναντί του, ήταν η χαριστική βολή στα αισθήματα της. Εφόσον είχε σηκώσει χέρι, η κατά τ’ άλλα μειλίχια αυτή κοπέλα, αισθανόταν πως είχε γίνει κάτι άλλο εκτός αυτού που ήθελε να ναι. Σαν να είχε βγει από μέσα της ο κακός της εαυτός από ένα  κουτί της Πανδώρας που κρατούσε καλά κρυμμένο για χρόνια. Ήταν άτομο που είχε υποστεί σωματική και ψυχολογική βία στη ζωή της και ήξερε τι σημαίνει να είσαι αυτός που σηκώνει το χέρι από «αγάπη» σε μια στενή σχέση. Μέχρι τα 18 της το ήξερε καλά αυτό.

Τη πλησίασε ξανά και της είπε ότι το μεθύσι του αυτό ήταν προμελετημένο, γιατί ήθελε να την αποφύγει. Της είπε ότι έβλεπε ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά μεταξύ τους και είχε παραδοθεί στη συμπεριφορά του αυτή, η οποία δεν ήταν η πρώτη φορά που την εφάρμοζε. Δεν της ζήτησε συγνώμη, ούτε κι εκείνη τολμούσε να το κάνει. Ήταν άλλωστε πολύ θυμωμένη κι απογοητευμένη μαζί του. Μόνο αυτό το «γιατί…?» έβγαινε απ’ το στόμα της όσο της εξομολογούταν ο Μιχάλης τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού του. «Αφού σ’ αγαπάει η κοπέλα μαλάκα Μιχάλη, προσπάθησε να την αγαπήσεις κι εσύ», της έλεγε ενώ οι λέξεις που εκστόμιζε της τρύπαγαν τη καρδιά, μια προς μια. «Δηλαδή αυτό ήμουν για σένα μετά από τόσα χρόνια μαζί?» του απάντησε. «Προσπαθούσες να μ’ αγαπήσεις, δεν μ’ αγαπούσες, ω Θεέ μου…» ψέλλισε συντετριμμένη.

Τον έστειλε για ύπνο στο φρεσκοστρωμένο κρεβάτι τους, με μια ταφόπλακα στο στήθος να την συνθλίβει. Ξημέρωνε ήδη παραμονή Χριστουγέννων και η Μαρία σύρθηκε να κοιμηθεί με μια κουβέρτα στον καναπέ στο κρύο δωμάτιο. Τα βογγητά της έσκιζαν τον αέρα και γύριζε αδιάκοπα αλλάζοντας πλευρό. Το πρωί τη βρήκε αποκαμωμένη σαν κούτσουρο με τη κουβέρτα πάνω της. Ήλθε και τη ξύπνησε «Πως είσαι?» τη ρώτησε. «Πως θες να είμαι» του είπε, «δεν με βλέπεις, χάλια, αλλά εσύ σε παρακαλώ να μαζέψεις τα πράγματά σου να φύγεις». Ο Μιχάλης κατέβασε το κεφάλι και έβαλε σε ένα σακ βουαγιάζ κάποια προσωπικά του είδη πρώτης ανάγκης. Εκείνη κοκκαλωμένη ξανά στη κουζίνα, δίπλα από το σημείο που κόντεψε να τη πνίξει, είχε κατεβάσει το κεφάλι και τον έβλεπε σαν από ταινία να φεύγει από τις σκάλες.

«Στο καλό…» του είπε, ενώ εκείνος μονολογούσε στον εαυτό του για καλά μυαλά απ’ εδώ και μπρος. Η Μαρία με όσο κουράγιο είχε εκείνη τη στιγμή, πήρε τηλέφωνο τους δικούς της και τους ανακοίνωσε πως θα πήγαινε να τους δει μόνη, λόγω προβλημάτων υγείας του Μιχάλη. Η μάνα της κατάλαβε και το μόνο που τη ρώτησε ήταν αν ήταν καλά. Είχε ήδη περάσει το μεσημέρι όταν πήρε δυο ρουχαλάκια και πήγε στο πατρικό της να περάσει τα Χριστούγεννα. Δυο εβδομάδες μετά και δεν είχε καταφέρει ακόμα να κοιμηθεί κανονικά.

Τρεις μήνες μετά ήταν σαν φάντασμα του εαυτού της. Ο άνθρωπος που τα χει δώσει όλα σε μια σχέση και έμεινε μονάχος να βλέπει τα τρένα να περνούν. Προσπάθησα να την καθησυχάσω λέγοντάς της ότι δεν ήλθε η συντέλεια του κόσμου, αλλά έμοιαζε να έχει χάσει επαφή με τη πραγματικότητα. Στο σπίτι της, υπήρχαν ακόμα κάποια πράγματα που της θύμιζαν συνεχώς την απουσία του. Δεν είχε πια όρεξη για τίποτα και έβγαινε απ’ το σπίτι για να πάει στη δουλειά της, ενώ τις υπόλοιπες ώρες έμοιαζε σαν χαμένη. Ο Μιχάλης συνέχιζε τη ζωή του, επικοινωνώντας σπάνια μαζί της με αμηχανία κι εκείνη το ίδιο, ενώ αυτό το «γιατί?» τη βασάνιζε αδιάκοπα. «Πόσες φορές μπορεί ν’ αγαπήσει πραγματικά κάποιος» αναρωτιόταν, ενώ με τις αποστάσεις που είχε πάρει από τη συμβίωσή τους, έβλεπε τώρα πια ότι η κατάσταση οδηγούσε εκεί από καιρό, αλλά εκείνη υπαναχωρούσε χάρη της ανάγκης που είχε να τον αγαπά κι αυτό την έκανε ευάλωτη στ’ αδιέξοδα που βίωνε, δίχως αποτέλεσμα.

Το πακέτο είχε ήδη αδειάσει και η ώρα είχε φτάσει τρεις το πρωί, ενώ ένιωθα πως είχαμε ξεγυμνωθεί η μια απέναντι στην άλλη σ’ εκείνο το τραπέζι του μπιστρό. Πληρώσαμε και φύγαμε με τα πόδια προς τα κάτω, ενώ η νύχτα έντυνε τη μοναξιά μας με τη μαύρη σκιά της. «Άραγε υπάρχει αγάπη» με ρώτησε «κι αν υπάρχει, θα με βρει κάποτε και μένα ή θα πεθάνω μονάχη ενώ δεν θα μ’ αναζητήσει κανείς? Μεγάλωσα πια, το καταλαβαίνεις…» Ήταν σαν να διάβασε τη ψυχή μου και η αίσθηση το φόβου κατέλαβε τα σωθικά μου.

«Δε ξέρω» της απάντησα, «όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε», ενώ σκεφτόμουν τι με είχε κάνει και εμένα να πάρω βραδιάτικα τους δρόμους, περπατώντας στην ανωνυμία της άξενης πόλης μας. Φτάσαμε Μεταξουργείο και κίνησα να πάω στο κρύο μου σπίτι ν’ αποκάμω. «Μένεις μακριά?» τη ρώτησα, «μήπως θες να έρθεις σπίτι να κοιμηθείς, είναι αργά…». «Τίποτε δεν με νοιάζει πια, πίστεψέ με…» μου απάντησε και μ’ ακολούθησε.

Εκείνο το βράδυ, δυο άνθρωποι, δυο ψυχές πληγωμένες, μοιράστηκαν τους σπαραγμούς τους κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό. Εκείνο το βράδυ, ένιωσα λιγότερο μόνη μέσα στη μοναξιά μου, έχοντας τη Μαρία, τη φίλη απ’ τα παλιά να σπάει τη σιωπή της και να φωτίζει με τα λόγια της τα δικά μου δεσμά…

© Marialena, 24/02/2018

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2018

Ονειροπαγίδα

Γιατί όλα τα όμορφα στη ζωή μας να μην μπορούμε να τα ζήσουμε για πάντα? Γιατί πολλές φορές οι αναμνήσεις είναι ο μοναδικός μας θησαυρός απέναντι στη πραγματικότητα? Έπιασε να θέτει στον εαυτό της παρόμοια ερωτήματα, δίχως να λαμβάνει απάντηση από κανέναν άλλον εκτός από εκείνη την ίδια και ο μονόλογος ήταν σπαρακτικά μοναχικός τις στιγμές που σκεπτόταν κάτι τέτοιο.

Δεν ήθελε πολύ για να πυροδοτήσει αυτήν την αλληλουχία στο μυαλό της, ένα όνομα έφτασε για να φέρει πάλι πίσω, όλα όσα έμοιαζαν υπέροχα στη φαντασία της. Ονειροπαγίδα. Αυτό ήταν το όνομα ενός γραφικού καφέ στην αγκαλιά της θάλασσας, στην άκρη ενός όρμου που βρέχονταν από τα νερά του Αιγαίου. Ονειροπαγίδα λοιπόν. Το είχε απωθήσει από τη μνήμη της, μέχρις ότου ένα αφιέρωμα σε μιαν εφημερίδα το ξανάφερε έξαφνα στην επιφάνεια!

Η ματιά της έπεσε πάνω στο ρεπορτάζ για τα ατμοσφαιρικά μέρη που πρότεινε ο συντάκτης να επισκεφθεί κανείς κατά τη διάρκεια των διακοπών και ήταν ανάμεσά τους. Τα μάτια της στυλώθηκαν έκπληκτα μπροστά στην αναφορά στο χαρτί και ασυναίσθητα άγγιξε με το χέρι της και χάιδεψε τρυφερά τις λίγες γραμμές που συνόδευαν τη περιγραφή του.

Της είχε προτείνει να πάνε να κάνουν ελεύθερο κάμπινγκ με φίλους σε εκείνη την ακτή, ο καλός της εκείνο το καλοκαίρι και εκείνη δέχτηκε με χαρά για την εμπειρία που προμηνυόταν. Ένα ζεστό Σαββατοκύριακο, πήραν τα απαραίτητα και κίνησαν να βρουν τον μικρό παράδεισο που θα τους φιλοξενούσε στην αγκαλιά του. Έφτασαν σε μια τοποθεσία με κρυστάλλινα νερά και αρμυρίκια να ξεφυτρώνουν στην ξανθή άμμο και εκεί θα κατασκήνωναν για το υπόλοιπο του διημέρου.

Έστησαν τις σκηνές τους σε μια σκιά κοντά στη θάλασσα και τα αγόρια της παρέας πήγαν να βουτήξουν για να βγάλουν φρέσκο ψάρι για βραδινό. Εκείνη πήγε περπατώντας στο κοντινότερο χωριό και όσο ο ήλιος βυθιζόταν στο πέλαγο απέναντι, περίμενε με γλυκιά ανυπομονησία να βγουν από τη θάλασσα οι φίλοι της και να πάνε για φαγητό. Ανάμεσα στο παιχνίδισμα του φωτός καθώς αχνόφεγγε πια το φεγγάρι στο βάθος του ουρανού, βγήκαν από τη θάλασσα με μια αγκαλιά ψάρια που μύριζαν ιώδιο και τα καθάρισαν στην ακροθαλασσιά πριν τα παραδώσουν στην ταβερνίτσα που θα τους τα έψηνε σε λίγο.

Χέρι χέρι πήγαν μέχρι εκεί περπατώντας τώρα πια μέσα στη νύχτα και κάθισαν να φάνε με όρεξη. Εκείνος την άγγιζε τρυφερά σε κάθε ευκαιρία με το χέρι του και χαμογελούσαν από ευτυχία που έτρωγαν μαζί.

(c) Marialena, 05/09/2010

Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Το Θρόισμα Τ’ Ανέμου


Όταν ξημέρωναν επέτειοι σαν του Αγίου Βαλεντίνου, ένιωθε άβολα. Ίσως γιατί είχε μεγάλη δυσκολία να προσαρμοστεί σ’ αυτό το κλίμα της γιορτής των Ερωτευμένων. Όχι γιατί δεν είχε αισθήματα, κάθε άλλο ήταν πάρα πολύ ευαίσθητη, αλλά γιατί ήθελε εκ μέρους του συντρόφου της την ώθηση για να αισθανθεί καλά, για να το γιορτάσουν μαζί.

Παράξενο πλάσμα μα την Αλήθεια. Έκρυβε τις ανασφάλειές της, δίνοντας αγάπη και νοιάξιμο για τους άλλους, ενώ στην ουσία αγνοούσε τον ίδιο της τον εαυτό, όσο αισθανόταν ότι δεν είχε συναισθηματική ασφάλεια. Έκρυβε τον φόβο της ότι αν θελήσει να διεκδικήσει μια καλύτερη ζωή, τα πράγματα θα στρεφόταν εναντίον της. Γι’ αυτό και κάθε φορά που ερχόταν αντιμέτωπη με τέτοιου είδους εκδηλώσεις συναισθηματικής έκφρασης, μέσα της πάγωνε και προσπαθούσε να το ξεπεράσει με συνοπτικές διαδικασίες.

Φέτος ήθελε να είναι αλλιώς τα πράγματα. Μέσα της δεν είχε πάψει να την απασχολούν τα δικά της κρατήματα, αλλά τουλάχιστον ήθελε να προσπαθήσει να είναι η κατάσταση διαφορετική του Αγίου Βαλεντίνου.

Δεν θα πήγαινε ν’ αγοράσει σοκολατάκια ή αρκουδάκια σε ένδειξη αγάπης. Ήθελε όμως, να δεχθεί ένα τριαντάφυλλο από τον καλό της, με μια ευχή και μιαν επιθυμία να το συνοδεύουν. Θα του ετοίμαζε μια κάρτα όπου θα του έγραψε τα δικά της λόγια αγάπης. Ονειρευόταν να καθίσουν να φάνε μαζί το βράδυ, έστω κι αν θα ήταν μια ακόμα εργάσιμη ημέρα, ν’ άναβαν κεράκια για να κάνουν πιο ρομαντική την ατμόσφαιρα, ν’ ανοίξουν ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί, να βάλουν ερωτική μουσική να ακούγεται στο βάθος, να ήταν εκεί ο ένας για τον άλλον.

Ήθελε να την πάρει να χορέψουν αγκαλιά, να την φιλήσει με τη γλύκα του φιλιού του στο στόμα κι εκείνη να κλείνει τα μάτια και να τον κρατάει ακόμα πιο σφιχτά στην αγκαλιά της. «Μ’ αγαπάς?» του έλεγε συχνά, σε σημείο που κάποιες φορές ήταν κωμικοτραγική η κουβέντα. «Μ’ αγαπάς?» ήθελε να του ξαναψιθυρίσει, γιατί για εκείνην ήταν το πιο σημαντικό που μπορούσε να έχει, να την αγαπά πραγματικά. Και έτσι ν’ αφεθεί στα χάδια και τα φιλιά του, νιώθοντας τον πόθο ολοένα να την κυριεύει.

Ήθελε να την πάρει από το χέρι και να καταλήξουν στη κρεβατοκάμαρά τους, όπου όπως παλιά, θα ζούσαν τις στιγμές τους όπως εκείνοι ήξεραν. Η φωτιά και ο αέρας, το νερό κι η γη, όταν έσμιγαν στο ίδιο το κρεβάτι. Να του μιλούσε γλυκά και τρυφερά, ν’ αφήνονταν να νιώσει την επαφή τους, την αίσθηση του ενός στον άλλον, το μαζί, αχ αυτού του μαζί που η ψυχή και το σώμα προετοιμάζονται για τη μια στιγμή που κρατάει, αλλά αυτή η στιγμή που μοιάζει να κρατά αιώνια!
Κι έπειτα, να τον έπαιρνε στην αγκαλιά της αποκαμωμένο ν’ αποκοιμηθεί στο στέρνο της, ενώ θα του χάιδευε τα μαλλιά, την ώρα εκείνη που τίποτε δεν θα πήγαινε να τους χωρίσει. Εκείνη την ώρα που όλες οι ανασφάλειες έμοιαζαν να έχουν εξαφανιστεί στο θρόισμα τ’ ανέμου, που φυσούσε έξω από το παράθυρό τους.

Μια ακόμα μέρα ξημέρωνε. Άνοιξε το κινητό της, έδειχνε 14 Φεβρουαρίου. Το σφίξιμο παρόν από την πρώτη στιγμή. Ντύθηκε, ετοιμάστηκε για τη δουλειά. Το ραδιόφωνο να παίζει όλη μέρα τραγούδια αγάπης, τραγούδια ερωτικά, για έρωτες ατελέσφορους, για έρωτες παθιασμένους. Δεν άνοιξε ραδιόφωνο, δεν άντεχε το συναίσθημα και τις θύμισες που τις προκαλούν αυτά τα ακούσματα.
Στο μυαλό της ένα τραγούδι έπαιζε από την προηγούμενη, το “When you tell me that you love me” της Diana Ross:

Θέλω να σε κρατήσω σφιχτά
Κάτω από τη βροχή
Θέλω να φιλήσω το χαμόγελό σου
Και να αισθανθώ τον πόνο
Ξέρω ότι είναι όμορφο
Να σε κοιτάζω
Σε έναν κόσμο γεμάτο ψέματα
Είσαι η αλήθεια

Μωρό Μου
Κάθε φορά που μ 'αγγίζεις
Γίνομαι ήρωας
Θα σε προστατεύσω
Όπου κι αν είσαι
Και θα σου φέρω
Ό, τι ζητάς
Δεν υπάρχει κάτι που να μην μπορώ να κάνω
Λάμπω σαν κερί μέσα στο σκοτάδι
Όταν μου λες πως μ 'αγαπάς

Οι στίχοι ερχόταν ξανά και ξανά σε ανύποπτες στιγμές μέσα στη μέρα και την έκαναν να αποσπάται από τη καθημερινότητα. Γύρισε σπίτι, απόλυτη ησυχία. Έβαλε το τραγούδι να παίξει στο ίντερνετ γιατί ήθελε να το ακούσει και ζωντανά. Δεν άντεχε να δει το βίντεο, γύριζε στα δωμάτια σαν χαμένη. Έβαλε τη φόρμα της, φόρεσε το μπουφάν της κι έφυγε για το γυμναστήριο. Στο δρόμο έμοιαζε σαν να μιλούσε στον εαυτό της. «Αχ, μωρό μου, αχ…» φώναξε μέσα στη βουή του δρόμου, οδηγώντας.
Πήγε γυμναστήριο, να δώσει στο κορμί της λίγη από την ευχαρίστηση που είχε ανάγκη. Γύρω σκοτάδι, η νύχτα ήδη προχωρούσε γοργά. Γύρισε πάλι σπίτι κι έβαλε τις πιτζάμες της με τα αρκουδάκια. Έκανε ν’ ανοίξει ένα μπουκάλι κρασί, το μετάνιωσε. Το άφηνε πάντα για μιαν άλλη φορά, ίσως και ποτέ. Έφτιαξε ένα τσάι και κάθισε κάτω. Άνοιξε πάλι τα βίντεο και διάλεξε το επόμενο τραγούδι που γύριζε στο μυαλό της. Κι ένα ακόμα που για εκείνην ήταν ό,τι πιο όμορφο είχε ακούσει για την ημέρα των ερωτευμένων. Θυμόταν τη συγκίνηση που της είχε προκαλέσει όταν το είχε τυχαία ανακαλύψει και από τότε το φύλαγε σαν ένα πολύ δικό της προσωπικό τραγούδι, που θα ήθελε όσο τίποτε άλλο, να τ’ αφιερώσει στην αγάπη της. Να του πει «αυτό νιώθω για σένα, αγάπησέ με…» και ν’ αφήσει τη καρδιά της στα χέρια του.

Με το κινητό στο χέρι καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας και άκουγε τα δικά της ακούσματα στη μέρα που ήδη είχε αρχίσει να γίνεται παρελθόν. «Πάλι καλά που τα καταφέραμε και σήμερα» είπε μονολογώντας, λίγο πριν κλείσει τα μάτια της κι ετούτη τη βραδιά. Μέσα της, η καρδιά της πάλευε να ανταπεξέλθει στο συναίσθημα και την επιθυμία να μπορέσει να μην φοβάται άλλο πια, το δικαίωμα στην αγάπη, στον έρωτα, στη ζωή. Ήθελε να την έχει αγκαλιά και να αισθάνεται ότι αυτή η αγκαλιά ήταν το λιμανάκι της κι ο άνθρωπός της, προστάτης της από όλα αυτά που την έκαναν να νιώθει ευάλωτη. Αποκοιμήθηκε με τα σκεπάσματα στο κεφάλι, κουλουριασμένη, με τα τραγούδια που αγαπούσε να παίζουν ακόμα στο μυαλό της.

Μια ακόμα ημέρα είχε σβηστεί από το ημερολόγιο, μέχρι που θα ερχόταν πάλι ο καιρός να ξαναζήσει τη προσμονή και το ξημέρωμά της. Κοιμήσου κόρη μου, ηρέμησε, ο Μορφέας να σε ταξιδεύει εκεί που ποθείς να βρίσκεσαι…

© Marialena, 13/2/2018 (Μείνε μες τα όνειρά μου, γίνε φόβος και χαρά μου, μείνε μέσα στη ζωή μου, μείνε…)

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2018

Αν...


Αν…
Αν να κρατάς καλά μπορείς το λογικό σου, όταν τριγύρω σου όλοι
τάχουν χαμένα και σ’ εσέ της ταραχής τους ρίχνουν την αιτία.
Αν να εμπιστεύεσαι μπορείς τον ίδιο τον εαυτό σου όταν ο κόσμος
δε σε πιστεύει, κι’ αν μπορείς να του σχωρνάς τούτη τη δυσπιστία.
Να περιμένεις αν μπορείς δίχως να χάνεις την υπομονή σου,
κι’ αν άλλοι σε συκοφαντούν να μην καταδεχτείς ποτέ το ψέμμα,
κι’ αν σε μισούν, εσύ ποτέ σε μίσος ταπεινό να μην ξεπέσεις,
μα να μην κάνεις τον καλό η τον πολύ σοφό στα λόγια....
Αν να ονειρεύεσαι μπορείς, και να μην είσαι δούλος των ονείρων,
αν να στοχάζεσαι μπορείς δίχως να γίνει ο στοχασμός σκοπός σου,
αν ν’ αντικρύζεις σου βαστά το θρίαμβο και τη συμφορά παρόμοια,
κι’ όμοια να φέρνεσαι σ’ αυτούς τους δυό τυραννικούς απατεώνες,
αν σου βαστά η ψυχή ν’ ακούς όποιαν αλήθεια εσύ είχες ειπωμένη,
παραλλαγμένη απ’ τους κακούς, για να 'ναι για τους άμυαλους παγίδα
ή συντριμμένα να θωρείς όσα σού 'χουν ρουφήξει τη ζωή σου,
και πάλι να ξαναρχινάς να χτίζεις μ’ εργαλεία πούναι φθαρμένα....
Αν όσα απόκτησες μπορείς σ’ ένα σωρό μαζύ να τα μαζέψεις
και δίχως φόβο, μονομιάς κορώνα η γράμματα όλα να τα παίξεις,
και να τα χάσεις και απ’ αρχής, ατράνταχτος να ξεκινήσεις πάλι,
και να μη βγάλεις και μιλιά γι’ αυτό τον ξαφνικό χαμό σου.
Αν νεύρα και καρδιά μπορείς και σπλάχνα και μυαλό όλα να τα σφίξεις
να σε δουλέψουν ξαναρχής, κι’ ας είναι από πολύν καιρό σωσμένα
και να κρατιέσαι πάντα ορθός, όταν δεν σούχει τίποτε απομείνει
παρά μονάχα η θέληση, κράζοντας σε όλα αυτά «βαστάτε»....
Αν με τα πλήθη να μιλάς μπορείς και να κρατάς την αρετή σου,
με βασιλιάδες να γυρνάς, δίχως απ’ τους μικρούς να ξεμακρύνεις.
Αν μήτε φίλοι, μήτ’ εχθροί μπορούνε πιά ποτέ να σε πειράξουν,
όλο τον κόσμο αν αγαπάς, μα και ποτέ πάρα πολύ κανέναν.
Αν του θυμού σου τις στιγμές, που φαίνεται αδυσώπητη η ψυχή σου,
μπορείς ν’ αφήσεις να διαβούν, την πρώτη ξαναβρίσκοντας γαλήνη,
δική σου θάναι τότε η Γη, μ’ όλα και μ’ ό,τι πάνω της κι’ αν έχει
και κάτι ακόμα πιο πολύ:
Άντρας αληθινός θάσαι, παιδί μου.

Rudyard Kipling
μετάφραση Κ. Καρθαίου

Δυο Σουβλάκια Κοτόπουλο


Κάθισε δίπλα μου, με το ροζ μπουφάν μηχανής της. Χαιρέτησε κάποιες από απέναντι και έπιασε μια καρέκλα. Κοίταξε γύρω, έβγαλε το κινητό της και το ακούμπησε στο τραπέζι. Εμείς ήδη τρώγαμε κι εκείνη ρώτησε που θα βρει κοτόπουλο σουβλάκι.

Ο χώρος οικείος και το πλήθος που μπαινόβγαινε κι αυτό γνωστό λίγο ή πολύ. Βγήκε έξω προς τη ψησταριά. Τι θα πάρετε? Ρώτησαν τα παιδιά που έψηναν. Δυο σουβλάκια κοτόπουλο παρακαλώ, απάντησε. Ψωμάκι θέλετε? Ναι, βάλτε μου δυο φέτες. Πλήρωσε και πήρε το πιάτο της για να κάτσει στη θέση της. Δεν πήρε τίποτε να πιει. Μόνο ένα ποτήρι νερό να συνοδεύσει το γεύμα της. Άνοιξε το κινητό, χάζεψε για λίγο και έκατσε να κοιτάζει τα σουβλάκια.

Φαινόταν απορροφημένη στις σκέψεις της. Μια μιλούσε με μας, μια χανόταν πάλι, σαν τα δωδεκάχρονα που δεν μιλάνε πολύ ενώ κοιτάζουν την οθόνη του κινητού τους. Σκεφτόταν ότι σε εκείνον τον χώρο, είχε περάσει όμορφες στιγμές μαζί του. Μια κοπή πίτας που τραγουδούσαν μαζί καραόκε αγκαλιά, κάνοντας τα δικά τους. Τα ταξιδιωτικά που είχαν δει μαζί και κάποια στιγμή κόντευε να την πάρει ο ύπνος από τη κούραση στο σκοτάδι. Οι φίλοι και γνωστοί που συνέθεταν το πολύχρωμο πλήθος της μοτοπαρέας, χειμώνα – καλοκαίρι. Εκεί σ’ αυτόν τον χώρο που πας για να μιλήσεις, πας για να μοιραστείς. Πας για να μην είσαι μόνος.

Στα ηχεία ακουγόταν το Losing my religion των REM. Τινάχθηκε σαν από λήθαργο και άρχισε να τραγουδάει μαζί μας.
Life is bigger
It's bigger
And you, you are not me
The lengths that I will go to
The distance in your eyes

Ήταν της γενιάς μας τ’ ακούσματα αυτά. Την άκουσα ν’ αναστενάζει. Άρχισε να τρώει τα σουβλάκια της. Κάθε φορά ένα και μετά λίγο ψωμάκι. Και τ’ άφηνε κάτω ευλαβικά στο πιάτο. Τα μάτια της περιεργάζονταν τον χώρο και τους ανθρώπους του. Τι να σκεφτόταν άραγε? Στο βάθος κάποιοι είχαν ήδη σηκωθεί για να χορέψουν. Άλλοι καθόταν έξω και συζητούσαν μεταξύ τους.

Σηκώθηκε πάνω, χτένισε τα μαλλιά της και βγήκε έξω. Ένα γκράφιτι στον τοίχο είχε τραβήξει τη προσοχή της. Στάθηκε απέναντι και έβγαζε φωτογραφίες. Κάποιος περνώντας την έκανε να γελάσει. Να που γέλασε λοιπόν! Επέστρεψε στη θέση της ξανά και κάθισε.

Κοίταγε τις φωτογραφίες που τράβηξε, μια προς μια και πάλι από την αρχή. Τι να πεις σ’ έναν άνθρωπο απέναντί σου που δεν ξέρεις τι έχει στο μυαλό του? Το κινητό στο χέρι σε μια αέναη προσπάθεια να είναι στο κόσμο της, αλλά και στην αίθουσα.

Η μουσική έπαιζε τραγούδια χορευτικά. Άφησε κάτω το τηλέφωνο και σηκώθηκε να χορέψει μαζί με τους άλλους. Άρχισε να λικνίζεται στη μουσική, δίπλα της ένα μικρό αγόρι χόρευε κι αυτό. Του χαμογέλασε. Παραδίπλα κάποιες άλλες γυναίκες. Έμοιαζε να μην τις γνωρίζει. Ξανακάθισε για λίγο, μέχρι που ο dj έβαλε ελληνικούς χορούς και άνδρες και γυναίκες έσμιξαν στο χορό. Σηκώθηκε κι εκείνη μαζί, κάποια στιγμή έσυρε τον χορό μέχρι που άλλαξε το τραγούδι.

Φαινόταν ξαλαφρωμένη, ενώ όταν κάθισε στη θέση της έβγαλε έναν αναστεναγμό και τα μάτια της χάθηκαν ξανά προς στον κόσμο που συνέχιζε να χορεύει. Με το χέρι της, χάιδεψε τα μαλλιά της και μειδίασε. Σαν να είχε ξαλαφρώσει από κάτι που τη βασάνιζε, ποιος ξέρει?

Η ώρα περνούσε και βγήκε πάλι έξω. Μιλούσε με κόσμο που ήταν εκεί. Κάποιος φίλος της είπε πως είναι μοτοσυκλετίστρια που οδηγεί σκούτερ και χάρηκε γι’ αυτό που της είπε. Κάποιος άλλος φίλος μιλούσε για ταξίδια με μοτοσυκλέτα και στάθηκε να τον ακούσει. Πίσω της ακόμα έψηναν σουβλάκια.

Πήρε το μπουφάν της να φύγει. Λίγοι είχαμε μείνει ακόμα μέσα στον κλειστό χώρο της εκδήλωσης. Χαιρέτησε, βγήκε έξω και δυο φίλοι της έλεγαν για πόσο όμορφη είναι η παρέα με ανθρώπους που ταιριάζεις και την κάλεσαν για διακοπές στο νησί τους. Ο άνδρας φίλησε τη καλή του στα πεταχτά, ενώ η κοπέλα του έλεγε περιπαικτικά: «13 χρόνια πια μαζί, τι άλλο…!». Εκείνη έσκυψε το κεφάλι και της απάντησε: «Μη το λες, ρώτα με και μένα που ξέρω…» και η φίλη της συνέχισε να αφηγείται τις καλοκαιρινές της περιπέτειες.

Χαιρέτησε και πήγε να πάρει τη μηχανή της. Ο περισσότερος κόσμος είχε πια φύγει, λίγοι είχαν απομείνει στο μισοάδειο πια χώρο. Ένα άσπρο μηχανάκι πέρασε μπροστά τους, με τη κοπέλα με το ροζ μπουφάν να το οδηγεί.

Έφυγε μέσα στη νύχτα και χάθηκε από μπροστά μας μες τα στενά της πόλης. Τελικά τι θέλει ο άνθρωπος για να ναι ευτυχισμένος?

Καλή Τσικνοπέμπτη!

© Marialena, 08/02/2018

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2015

Τα Κορμιά και τα Μαχαίρια

Αυτήν την εβδομάδα βίωσα συναισθήματα απόρριψης πολύ έντονα και μοναξιά, πολύ μοναξιά.

Μαχαίρι στη καρδιά μου έμπηξε η επίθεση φίλης η οποία για να καλύψει τα δικά της αδιέξοδα, με κατηγόρησε "ότι δεν κάνω τη δουλειά μου". Λαβώθηκα... ειδικά που για εμένα την "ανάπηρη", η δουλειά είναι απόδειξη ότι μπορώ να είμαι παραγωγική και χρήσιμη, γιατί κάθε μέρα είμαι αντιμέτωπη με τα θέματα της υγείας μου και όσα αυτά συνεπάγονται στην καθημερινότητά μου. Δεν χρειάζεται να τα ξέρει κανείς, γιατί δεν θέλω να προσδιορίζομαι μέσα από αυτά, αλλά μέσα από τη προσπάθεια που συνεχώς καταβάλω για να ανταπεξέρχομαι μέσα από τους περιορισμούς μου στη καθημερινότητά μου τουλάχιστον επαρκώς, γιατί μέχρι εκεί μπορώ πια να φτάσω.

Εύχομαι στον καθένα που κρίνει στους άλλους από θέση "ισχύος", να μην αξιωθεί να αντιμετωπίσει θέματα υγείας που θα τον επαναπροσδιορίσουν ως άνθρωπο, γιατί τότε θα καταλάβει πως να περιμένει από τους άλλους να σηκώσουν τα βάρη του, δεν γίνεται και δεν το λέω ως δικαιολογία, αλλά γιατί το σωστό είναι να αντιλαμβανόμαστε τα όρια του καθενός και όχι να περιμένουμε τη "καλή νεράιδα" ή τον "καλό μαλάκα" καλύτερα, να τους ανακουφίσει από το χάος που όλοι βιώνουμε, λίγο ή πολύ. Άδικο, πολύ άδικο και εγωϊστικό, γιατί ο καθένας μας δεν αντιδρά με τον ίδιο τρόπο, ειδικά όταν δεν ενοχλεί ή παρεμποδίζει ή δεν αποτελεί βάρος για τους γύρω του.

Κι όχι τίποτε άλλο, αυτός ο μήνας ξημέρωσε γεμάτος υποχρεώσεις πέραν από τη δική μου διάθεση απέναντι στα πράγματα. Θα πρέπει να πάω να ξανακαταθέσω τα χαρτιά μου στα ΚΕΠΑ για νέα βεβαίωση αναπηρίας με τη γραφειοκρατία και το τρέξιμο που αυτό συνεπάγεται, να πάω στον οφθαλμίατρο να δω πως εξελίσσεται η κατάσταση των ματιών μου και να κάνω και γενικές εξετάσεις για να συμβουλευθώ τον διαβητολόγο μου για τα περαιτέρω στη ρύθμιση των αιματολογικών μου, ενώ η προσπάθεια που καταβάλλω για καλύτερη ρύθμιση με τον διαβήτη μου είναι καθημερινή και αδιάλειπτη, έστω και αν αισθάνομαι "φουσκωμένη" από τις στεναχώριες και τα άγχη μου το τελευταίο διάστημα.

Σήμερα οδηγούσα και στην επιστροφή από το γραφείο το απόγευμα σκεφτόμουν πως απόψε ήθελα να βρίσκομαι στην αγκαλιά του συντρόφου μου για να απολαύσω μαζί του προσωπικές στιγμές, πράγμα που το είχα και εξακολουθώ να το έχω ανάγκη, να το ζήσω, να το εκφράσω, να το εισπράξω ως άνθρωπος και ως γυναίκα.
Δεν ξέρω πως να το χαρακτηρίσω αυτό το συναίσθημα, μοναξιά κατ' επιλογήν ή από ανάγκη, πανάθεμά με?
Αποχώρηση από τη ζωή με όλα μέσα και σιγά σιγά ξανά να ζούμε σε "safe mode", με ελάχιστες στιγμές χαλάρωσης και επαφής με τις πραγματικές μας ανάγκες? Τι στο καλό...! Αδιέξοδα και παρά τις όποιες προθέσεις ή διαθέσεις, το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο. Ζωή που δεν μοιράζεται, είναι ζωή χαμένη ε?

Μεγαλώνουμε και εγκλωβιζόμαστε σε επιλογές ή τώρα πια φαίνεται ξεκάθαρα ποια είναι τα θέλω και οι προτεραιότητές μας τελικά? Βρίσκω διέξοδο στην εθελοντική εργασία, ενάντια σε μια ανούσια πραγματικότητα και σε αστάθμητους παράγοντες, όπως είναι η ανατροπή στην υγεία των υπερήλικων γονέων μου και της έλευσης της κατάθλιψης και της έλλειψης ενδιαφέροντος από την ακμαία μέχρι πρόσφατα, μητέρας μου. Πως να με αφήσει αδιάφορη κάτι τέτοιο, πως να μην με επηρρεάσει ότι την βλέπω να μην προσπαθεί να ορίσει τη ζωή της με όρεξη αντί για απόσυρση και επιστροφή σε νηπιακές συμπεριφορές? Πως να το αντέξω, όταν εγώ η ίδια στερούμαι χαράς, ευτυχίας, ολοκλήρωσης και τα βάρη στη ζωή μου αυξάνονται? Πως μπορώ να πω φτάνει πια, αφήστε με ήσυχη, δεν αντέχω άλλο? Μπορώ να το πω, ή ο Θεός γελάει μαζί μου, αυτή τη φορά σαρκαστικά?

Σήμερα το βράδυ, πριν από λίγο, στο μάθημα χορού που είχαμε με τις υπόλοιπες τσούπρες, για κλείσιμο η δασκάλα μας έπαιξε αυτό το κομμάτι, "Τα κορμιά και τα μαχαίρια" από τη λατρεμένη Ελευθερία Αρβανιτάκη.
Ένιωσα έστω και για λίγο να αφήνομαι στη κυριολεξία στο ρυθμό και στο λίκνισμα και να χορεύω διακτινισμένη έστω και αν κρατιόμουν να κάνω τη χορογραφία "σωστά", ενώ η ψυχή μου πετάριζε ακούγοντας τη μελωδία και χόρευα ενώ τραγουδούσα ταυτόχρονα. Ψυχή μου εσύ βασανισμένη, ψυχή μου εσύ που ζεις μέσα στις απαγορεύσεις και στη πειθαρχία που σου επέβαλαν, για να μην βρεις τη χαρά με τα εγκόσμια, αλλά μέσα από το άφημα σε άλλες διαστάσεις, αν ποτέ το καταφέρεις. Γερνάς καρδούλα μου, μοναχή και ταλαιπωρημένη, ενώ στιγμές σαν κι αυτή, ανάμεσα στις τρελιάρες συμμαθήτριές σου, αισθάνεσαι έστω και για όσο κρατάει ένα τραγούδι, λεύτερη μέσα στην αγγουροσύνη σου και τους αυτοπεριορισμούς σου.

Ενώ μέσα βαθιά μέσα σου, αυτό που λαχταράς είναι να αγαπάς και να αγαπιέσαι, να λαχταράς και να σε λαχταρούν και αυτό που αισθάνεσαι να βρίσκει ανταπόκριση. Αυτό θες και συμβιβάζεσαι με τη μοναξιά σου και ημίμετρα που νομίζεις ότι κάτι γίνεται, χωρίς αγάπη να σε γεμίζει και έρωτα να σε ησυχάζει.

Γαμώτο!



(c) Marialena, 06.03.2015 (Καληνύχτα σας...)