Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Το Θρόισμα Τ’ Ανέμου


Όταν ξημέρωναν επέτειοι σαν του Αγίου Βαλεντίνου, ένιωθε άβολα. Ίσως γιατί είχε μεγάλη δυσκολία να προσαρμοστεί σ’ αυτό το κλίμα της γιορτής των Ερωτευμένων. Όχι γιατί δεν είχε αισθήματα, κάθε άλλο ήταν πάρα πολύ ευαίσθητη, αλλά γιατί ήθελε εκ μέρους του συντρόφου της την ώθηση για να αισθανθεί καλά, για να το γιορτάσουν μαζί.

Παράξενο πλάσμα μα την Αλήθεια. Έκρυβε τις ανασφάλειές της, δίνοντας αγάπη και νοιάξιμο για τους άλλους, ενώ στην ουσία αγνοούσε τον ίδιο της τον εαυτό, όσο αισθανόταν ότι δεν είχε συναισθηματική ασφάλεια. Έκρυβε τον φόβο της ότι αν θελήσει να διεκδικήσει μια καλύτερη ζωή, τα πράγματα θα στρεφόταν εναντίον της. Γι’ αυτό και κάθε φορά που ερχόταν αντιμέτωπη με τέτοιου είδους εκδηλώσεις συναισθηματικής έκφρασης, μέσα της πάγωνε και προσπαθούσε να το ξεπεράσει με συνοπτικές διαδικασίες.

Φέτος ήθελε να είναι αλλιώς τα πράγματα. Μέσα της δεν είχε πάψει να την απασχολούν τα δικά της κρατήματα, αλλά τουλάχιστον ήθελε να προσπαθήσει να είναι η κατάσταση διαφορετική του Αγίου Βαλεντίνου.

Δεν θα πήγαινε ν’ αγοράσει σοκολατάκια ή αρκουδάκια σε ένδειξη αγάπης. Ήθελε όμως, να δεχθεί ένα τριαντάφυλλο από τον καλό της, με μια ευχή και μιαν επιθυμία να το συνοδεύουν. Θα του ετοίμαζε μια κάρτα όπου θα του έγραψε τα δικά της λόγια αγάπης. Ονειρευόταν να καθίσουν να φάνε μαζί το βράδυ, έστω κι αν θα ήταν μια ακόμα εργάσιμη ημέρα, ν’ άναβαν κεράκια για να κάνουν πιο ρομαντική την ατμόσφαιρα, ν’ ανοίξουν ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί, να βάλουν ερωτική μουσική να ακούγεται στο βάθος, να ήταν εκεί ο ένας για τον άλλον.

Ήθελε να την πάρει να χορέψουν αγκαλιά, να την φιλήσει με τη γλύκα του φιλιού του στο στόμα κι εκείνη να κλείνει τα μάτια και να τον κρατάει ακόμα πιο σφιχτά στην αγκαλιά της. «Μ’ αγαπάς?» του έλεγε συχνά, σε σημείο που κάποιες φορές ήταν κωμικοτραγική η κουβέντα. «Μ’ αγαπάς?» ήθελε να του ξαναψιθυρίσει, γιατί για εκείνην ήταν το πιο σημαντικό που μπορούσε να έχει, να την αγαπά πραγματικά. Και έτσι ν’ αφεθεί στα χάδια και τα φιλιά του, νιώθοντας τον πόθο ολοένα να την κυριεύει.

Ήθελε να την πάρει από το χέρι και να καταλήξουν στη κρεβατοκάμαρά τους, όπου όπως παλιά, θα ζούσαν τις στιγμές τους όπως εκείνοι ήξεραν. Η φωτιά και ο αέρας, το νερό κι η γη, όταν έσμιγαν στο ίδιο το κρεβάτι. Να του μιλούσε γλυκά και τρυφερά, ν’ αφήνονταν να νιώσει την επαφή τους, την αίσθηση του ενός στον άλλον, το μαζί, αχ αυτού του μαζί που η ψυχή και το σώμα προετοιμάζονται για τη μια στιγμή που κρατάει, αλλά αυτή η στιγμή που μοιάζει να κρατά αιώνια!
Κι έπειτα, να τον έπαιρνε στην αγκαλιά της αποκαμωμένο ν’ αποκοιμηθεί στο στέρνο της, ενώ θα του χάιδευε τα μαλλιά, την ώρα εκείνη που τίποτε δεν θα πήγαινε να τους χωρίσει. Εκείνη την ώρα που όλες οι ανασφάλειες έμοιαζαν να έχουν εξαφανιστεί στο θρόισμα τ’ ανέμου, που φυσούσε έξω από το παράθυρό τους.

Μια ακόμα μέρα ξημέρωνε. Άνοιξε το κινητό της, έδειχνε 14 Φεβρουαρίου. Το σφίξιμο παρόν από την πρώτη στιγμή. Ντύθηκε, ετοιμάστηκε για τη δουλειά. Το ραδιόφωνο να παίζει όλη μέρα τραγούδια αγάπης, τραγούδια ερωτικά, για έρωτες ατελέσφορους, για έρωτες παθιασμένους. Δεν άνοιξε ραδιόφωνο, δεν άντεχε το συναίσθημα και τις θύμισες που τις προκαλούν αυτά τα ακούσματα.
Στο μυαλό της ένα τραγούδι έπαιζε από την προηγούμενη, το “When you tell me that you love me” της Diana Ross:

Θέλω να σε κρατήσω σφιχτά
Κάτω από τη βροχή
Θέλω να φιλήσω το χαμόγελό σου
Και να αισθανθώ τον πόνο
Ξέρω ότι είναι όμορφο
Να σε κοιτάζω
Σε έναν κόσμο γεμάτο ψέματα
Είσαι η αλήθεια

Μωρό Μου
Κάθε φορά που μ 'αγγίζεις
Γίνομαι ήρωας
Θα σε προστατεύσω
Όπου κι αν είσαι
Και θα σου φέρω
Ό, τι ζητάς
Δεν υπάρχει κάτι που να μην μπορώ να κάνω
Λάμπω σαν κερί μέσα στο σκοτάδι
Όταν μου λες πως μ 'αγαπάς

Οι στίχοι ερχόταν ξανά και ξανά σε ανύποπτες στιγμές μέσα στη μέρα και την έκαναν να αποσπάται από τη καθημερινότητα. Γύρισε σπίτι, απόλυτη ησυχία. Έβαλε το τραγούδι να παίξει στο ίντερνετ γιατί ήθελε να το ακούσει και ζωντανά. Δεν άντεχε να δει το βίντεο, γύριζε στα δωμάτια σαν χαμένη. Έβαλε τη φόρμα της, φόρεσε το μπουφάν της κι έφυγε για το γυμναστήριο. Στο δρόμο έμοιαζε σαν να μιλούσε στον εαυτό της. «Αχ, μωρό μου, αχ…» φώναξε μέσα στη βουή του δρόμου, οδηγώντας.
Πήγε γυμναστήριο, να δώσει στο κορμί της λίγη από την ευχαρίστηση που είχε ανάγκη. Γύρω σκοτάδι, η νύχτα ήδη προχωρούσε γοργά. Γύρισε πάλι σπίτι κι έβαλε τις πιτζάμες της με τα αρκουδάκια. Έκανε ν’ ανοίξει ένα μπουκάλι κρασί, το μετάνιωσε. Το άφηνε πάντα για μιαν άλλη φορά, ίσως και ποτέ. Έφτιαξε ένα τσάι και κάθισε κάτω. Άνοιξε πάλι τα βίντεο και διάλεξε το επόμενο τραγούδι που γύριζε στο μυαλό της. Κι ένα ακόμα που για εκείνην ήταν ό,τι πιο όμορφο είχε ακούσει για την ημέρα των ερωτευμένων. Θυμόταν τη συγκίνηση που της είχε προκαλέσει όταν το είχε τυχαία ανακαλύψει και από τότε το φύλαγε σαν ένα πολύ δικό της προσωπικό τραγούδι, που θα ήθελε όσο τίποτε άλλο, να τ’ αφιερώσει στην αγάπη της. Να του πει «αυτό νιώθω για σένα, αγάπησέ με…» και ν’ αφήσει τη καρδιά της στα χέρια του.

Με το κινητό στο χέρι καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας και άκουγε τα δικά της ακούσματα στη μέρα που ήδη είχε αρχίσει να γίνεται παρελθόν. «Πάλι καλά που τα καταφέραμε και σήμερα» είπε μονολογώντας, λίγο πριν κλείσει τα μάτια της κι ετούτη τη βραδιά. Μέσα της, η καρδιά της πάλευε να ανταπεξέλθει στο συναίσθημα και την επιθυμία να μπορέσει να μην φοβάται άλλο πια, το δικαίωμα στην αγάπη, στον έρωτα, στη ζωή. Ήθελε να την έχει αγκαλιά και να αισθάνεται ότι αυτή η αγκαλιά ήταν το λιμανάκι της κι ο άνθρωπός της, προστάτης της από όλα αυτά που την έκαναν να νιώθει ευάλωτη. Αποκοιμήθηκε με τα σκεπάσματα στο κεφάλι, κουλουριασμένη, με τα τραγούδια που αγαπούσε να παίζουν ακόμα στο μυαλό της.

Μια ακόμα ημέρα είχε σβηστεί από το ημερολόγιο, μέχρι που θα ερχόταν πάλι ο καιρός να ξαναζήσει τη προσμονή και το ξημέρωμά της. Κοιμήσου κόρη μου, ηρέμησε, ο Μορφέας να σε ταξιδεύει εκεί που ποθείς να βρίσκεσαι…

© Marialena, 13/2/2018 (Μείνε μες τα όνειρά μου, γίνε φόβος και χαρά μου, μείνε μέσα στη ζωή μου, μείνε…)

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2018

Αν...


Αν…
Αν να κρατάς καλά μπορείς το λογικό σου, όταν τριγύρω σου όλοι
τάχουν χαμένα και σ’ εσέ της ταραχής τους ρίχνουν την αιτία.
Αν να εμπιστεύεσαι μπορείς τον ίδιο τον εαυτό σου όταν ο κόσμος
δε σε πιστεύει, κι’ αν μπορείς να του σχωρνάς τούτη τη δυσπιστία.
Να περιμένεις αν μπορείς δίχως να χάνεις την υπομονή σου,
κι’ αν άλλοι σε συκοφαντούν να μην καταδεχτείς ποτέ το ψέμμα,
κι’ αν σε μισούν, εσύ ποτέ σε μίσος ταπεινό να μην ξεπέσεις,
μα να μην κάνεις τον καλό η τον πολύ σοφό στα λόγια....
Αν να ονειρεύεσαι μπορείς, και να μην είσαι δούλος των ονείρων,
αν να στοχάζεσαι μπορείς δίχως να γίνει ο στοχασμός σκοπός σου,
αν ν’ αντικρύζεις σου βαστά το θρίαμβο και τη συμφορά παρόμοια,
κι’ όμοια να φέρνεσαι σ’ αυτούς τους δυό τυραννικούς απατεώνες,
αν σου βαστά η ψυχή ν’ ακούς όποιαν αλήθεια εσύ είχες ειπωμένη,
παραλλαγμένη απ’ τους κακούς, για να 'ναι για τους άμυαλους παγίδα
ή συντριμμένα να θωρείς όσα σού 'χουν ρουφήξει τη ζωή σου,
και πάλι να ξαναρχινάς να χτίζεις μ’ εργαλεία πούναι φθαρμένα....
Αν όσα απόκτησες μπορείς σ’ ένα σωρό μαζύ να τα μαζέψεις
και δίχως φόβο, μονομιάς κορώνα η γράμματα όλα να τα παίξεις,
και να τα χάσεις και απ’ αρχής, ατράνταχτος να ξεκινήσεις πάλι,
και να μη βγάλεις και μιλιά γι’ αυτό τον ξαφνικό χαμό σου.
Αν νεύρα και καρδιά μπορείς και σπλάχνα και μυαλό όλα να τα σφίξεις
να σε δουλέψουν ξαναρχής, κι’ ας είναι από πολύν καιρό σωσμένα
και να κρατιέσαι πάντα ορθός, όταν δεν σούχει τίποτε απομείνει
παρά μονάχα η θέληση, κράζοντας σε όλα αυτά «βαστάτε»....
Αν με τα πλήθη να μιλάς μπορείς και να κρατάς την αρετή σου,
με βασιλιάδες να γυρνάς, δίχως απ’ τους μικρούς να ξεμακρύνεις.
Αν μήτε φίλοι, μήτ’ εχθροί μπορούνε πιά ποτέ να σε πειράξουν,
όλο τον κόσμο αν αγαπάς, μα και ποτέ πάρα πολύ κανέναν.
Αν του θυμού σου τις στιγμές, που φαίνεται αδυσώπητη η ψυχή σου,
μπορείς ν’ αφήσεις να διαβούν, την πρώτη ξαναβρίσκοντας γαλήνη,
δική σου θάναι τότε η Γη, μ’ όλα και μ’ ό,τι πάνω της κι’ αν έχει
και κάτι ακόμα πιο πολύ:
Άντρας αληθινός θάσαι, παιδί μου.

Rudyard Kipling
μετάφραση Κ. Καρθαίου

Δυο Σουβλάκια Κοτόπουλο


Κάθισε δίπλα μου, με το ροζ μπουφάν μηχανής της. Χαιρέτησε κάποιες από απέναντι και έπιασε μια καρέκλα. Κοίταξε γύρω, έβγαλε το κινητό της και το ακούμπησε στο τραπέζι. Εμείς ήδη τρώγαμε κι εκείνη ρώτησε που θα βρει κοτόπουλο σουβλάκι.

Ο χώρος οικείος και το πλήθος που μπαινόβγαινε κι αυτό γνωστό λίγο ή πολύ. Βγήκε έξω προς τη ψησταριά. Τι θα πάρετε? Ρώτησαν τα παιδιά που έψηναν. Δυο σουβλάκια κοτόπουλο παρακαλώ, απάντησε. Ψωμάκι θέλετε? Ναι, βάλτε μου δυο φέτες. Πλήρωσε και πήρε το πιάτο της για να κάτσει στη θέση της. Δεν πήρε τίποτε να πιει. Μόνο ένα ποτήρι νερό να συνοδεύσει το γεύμα της. Άνοιξε το κινητό, χάζεψε για λίγο και έκατσε να κοιτάζει τα σουβλάκια.

Φαινόταν απορροφημένη στις σκέψεις της. Μια μιλούσε με μας, μια χανόταν πάλι, σαν τα δωδεκάχρονα που δεν μιλάνε πολύ ενώ κοιτάζουν την οθόνη του κινητού τους. Σκεφτόταν ότι σε εκείνον τον χώρο, είχε περάσει όμορφες στιγμές μαζί του. Μια κοπή πίτας που τραγουδούσαν μαζί καραόκε αγκαλιά, κάνοντας τα δικά τους. Τα ταξιδιωτικά που είχαν δει μαζί και κάποια στιγμή κόντευε να την πάρει ο ύπνος από τη κούραση στο σκοτάδι. Οι φίλοι και γνωστοί που συνέθεταν το πολύχρωμο πλήθος της μοτοπαρέας, χειμώνα – καλοκαίρι. Εκεί σ’ αυτόν τον χώρο που πας για να μιλήσεις, πας για να μοιραστείς. Πας για να μην είσαι μόνος.

Στα ηχεία ακουγόταν το Losing my religion των REM. Τινάχθηκε σαν από λήθαργο και άρχισε να τραγουδάει μαζί μας.
Life is bigger
It's bigger
And you, you are not me
The lengths that I will go to
The distance in your eyes

Ήταν της γενιάς μας τ’ ακούσματα αυτά. Την άκουσα ν’ αναστενάζει. Άρχισε να τρώει τα σουβλάκια της. Κάθε φορά ένα και μετά λίγο ψωμάκι. Και τ’ άφηνε κάτω ευλαβικά στο πιάτο. Τα μάτια της περιεργάζονταν τον χώρο και τους ανθρώπους του. Τι να σκεφτόταν άραγε? Στο βάθος κάποιοι είχαν ήδη σηκωθεί για να χορέψουν. Άλλοι καθόταν έξω και συζητούσαν μεταξύ τους.

Σηκώθηκε πάνω, χτένισε τα μαλλιά της και βγήκε έξω. Ένα γκράφιτι στον τοίχο είχε τραβήξει τη προσοχή της. Στάθηκε απέναντι και έβγαζε φωτογραφίες. Κάποιος περνώντας την έκανε να γελάσει. Να που γέλασε λοιπόν! Επέστρεψε στη θέση της ξανά και κάθισε.

Κοίταγε τις φωτογραφίες που τράβηξε, μια προς μια και πάλι από την αρχή. Τι να πεις σ’ έναν άνθρωπο απέναντί σου που δεν ξέρεις τι έχει στο μυαλό του? Το κινητό στο χέρι σε μια αέναη προσπάθεια να είναι στο κόσμο της, αλλά και στην αίθουσα.

Η μουσική έπαιζε τραγούδια χορευτικά. Άφησε κάτω το τηλέφωνο και σηκώθηκε να χορέψει μαζί με τους άλλους. Άρχισε να λικνίζεται στη μουσική, δίπλα της ένα μικρό αγόρι χόρευε κι αυτό. Του χαμογέλασε. Παραδίπλα κάποιες άλλες γυναίκες. Έμοιαζε να μην τις γνωρίζει. Ξανακάθισε για λίγο, μέχρι που ο dj έβαλε ελληνικούς χορούς και άνδρες και γυναίκες έσμιξαν στο χορό. Σηκώθηκε κι εκείνη μαζί, κάποια στιγμή έσυρε τον χορό μέχρι που άλλαξε το τραγούδι.

Φαινόταν ξαλαφρωμένη, ενώ όταν κάθισε στη θέση της έβγαλε έναν αναστεναγμό και τα μάτια της χάθηκαν ξανά προς στον κόσμο που συνέχιζε να χορεύει. Με το χέρι της, χάιδεψε τα μαλλιά της και μειδίασε. Σαν να είχε ξαλαφρώσει από κάτι που τη βασάνιζε, ποιος ξέρει?

Η ώρα περνούσε και βγήκε πάλι έξω. Μιλούσε με κόσμο που ήταν εκεί. Κάποιος φίλος της είπε πως είναι μοτοσυκλετίστρια που οδηγεί σκούτερ και χάρηκε γι’ αυτό που της είπε. Κάποιος άλλος φίλος μιλούσε για ταξίδια με μοτοσυκλέτα και στάθηκε να τον ακούσει. Πίσω της ακόμα έψηναν σουβλάκια.

Πήρε το μπουφάν της να φύγει. Λίγοι είχαμε μείνει ακόμα μέσα στον κλειστό χώρο της εκδήλωσης. Χαιρέτησε, βγήκε έξω και δυο φίλοι της έλεγαν για πόσο όμορφη είναι η παρέα με ανθρώπους που ταιριάζεις και την κάλεσαν για διακοπές στο νησί τους. Ο άνδρας φίλησε τη καλή του στα πεταχτά, ενώ η κοπέλα του έλεγε περιπαικτικά: «13 χρόνια πια μαζί, τι άλλο…!». Εκείνη έσκυψε το κεφάλι και της απάντησε: «Μη το λες, ρώτα με και μένα που ξέρω…» και η φίλη της συνέχισε να αφηγείται τις καλοκαιρινές της περιπέτειες.

Χαιρέτησε και πήγε να πάρει τη μηχανή της. Ο περισσότερος κόσμος είχε πια φύγει, λίγοι είχαν απομείνει στο μισοάδειο πια χώρο. Ένα άσπρο μηχανάκι πέρασε μπροστά τους, με τη κοπέλα με το ροζ μπουφάν να το οδηγεί.

Έφυγε μέσα στη νύχτα και χάθηκε από μπροστά μας μες τα στενά της πόλης. Τελικά τι θέλει ο άνθρωπος για να ναι ευτυχισμένος?

Καλή Τσικνοπέμπτη!

© Marialena, 08/02/2018

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2015

Τα Κορμιά και τα Μαχαίρια

Αυτήν την εβδομάδα βίωσα συναισθήματα απόρριψης πολύ έντονα και μοναξιά, πολύ μοναξιά.

Μαχαίρι στη καρδιά μου έμπηξε η επίθεση φίλης η οποία για να καλύψει τα δικά της αδιέξοδα, με κατηγόρησε "ότι δεν κάνω τη δουλειά μου". Λαβώθηκα... ειδικά που για εμένα την "ανάπηρη", η δουλειά είναι απόδειξη ότι μπορώ να είμαι παραγωγική και χρήσιμη, γιατί κάθε μέρα είμαι αντιμέτωπη με τα θέματα της υγείας μου και όσα αυτά συνεπάγονται στην καθημερινότητά μου. Δεν χρειάζεται να τα ξέρει κανείς, γιατί δεν θέλω να προσδιορίζομαι μέσα από αυτά, αλλά μέσα από τη προσπάθεια που συνεχώς καταβάλω για να ανταπεξέρχομαι μέσα από τους περιορισμούς μου στη καθημερινότητά μου τουλάχιστον επαρκώς, γιατί μέχρι εκεί μπορώ πια να φτάσω.

Εύχομαι στον καθένα που κρίνει στους άλλους από θέση "ισχύος", να μην αξιωθεί να αντιμετωπίσει θέματα υγείας που θα τον επαναπροσδιορίσουν ως άνθρωπο, γιατί τότε θα καταλάβει πως να περιμένει από τους άλλους να σηκώσουν τα βάρη του, δεν γίνεται και δεν το λέω ως δικαιολογία, αλλά γιατί το σωστό είναι να αντιλαμβανόμαστε τα όρια του καθενός και όχι να περιμένουμε τη "καλή νεράιδα" ή τον "καλό μαλάκα" καλύτερα, να τους ανακουφίσει από το χάος που όλοι βιώνουμε, λίγο ή πολύ. Άδικο, πολύ άδικο και εγωϊστικό, γιατί ο καθένας μας δεν αντιδρά με τον ίδιο τρόπο, ειδικά όταν δεν ενοχλεί ή παρεμποδίζει ή δεν αποτελεί βάρος για τους γύρω του.

Κι όχι τίποτε άλλο, αυτός ο μήνας ξημέρωσε γεμάτος υποχρεώσεις πέραν από τη δική μου διάθεση απέναντι στα πράγματα. Θα πρέπει να πάω να ξανακαταθέσω τα χαρτιά μου στα ΚΕΠΑ για νέα βεβαίωση αναπηρίας με τη γραφειοκρατία και το τρέξιμο που αυτό συνεπάγεται, να πάω στον οφθαλμίατρο να δω πως εξελίσσεται η κατάσταση των ματιών μου και να κάνω και γενικές εξετάσεις για να συμβουλευθώ τον διαβητολόγο μου για τα περαιτέρω στη ρύθμιση των αιματολογικών μου, ενώ η προσπάθεια που καταβάλλω για καλύτερη ρύθμιση με τον διαβήτη μου είναι καθημερινή και αδιάλειπτη, έστω και αν αισθάνομαι "φουσκωμένη" από τις στεναχώριες και τα άγχη μου το τελευταίο διάστημα.

Σήμερα οδηγούσα και στην επιστροφή από το γραφείο το απόγευμα σκεφτόμουν πως απόψε ήθελα να βρίσκομαι στην αγκαλιά του συντρόφου μου για να απολαύσω μαζί του προσωπικές στιγμές, πράγμα που το είχα και εξακολουθώ να το έχω ανάγκη, να το ζήσω, να το εκφράσω, να το εισπράξω ως άνθρωπος και ως γυναίκα.
Δεν ξέρω πως να το χαρακτηρίσω αυτό το συναίσθημα, μοναξιά κατ' επιλογήν ή από ανάγκη, πανάθεμά με?
Αποχώρηση από τη ζωή με όλα μέσα και σιγά σιγά ξανά να ζούμε σε "safe mode", με ελάχιστες στιγμές χαλάρωσης και επαφής με τις πραγματικές μας ανάγκες? Τι στο καλό...! Αδιέξοδα και παρά τις όποιες προθέσεις ή διαθέσεις, το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο. Ζωή που δεν μοιράζεται, είναι ζωή χαμένη ε?

Μεγαλώνουμε και εγκλωβιζόμαστε σε επιλογές ή τώρα πια φαίνεται ξεκάθαρα ποια είναι τα θέλω και οι προτεραιότητές μας τελικά? Βρίσκω διέξοδο στην εθελοντική εργασία, ενάντια σε μια ανούσια πραγματικότητα και σε αστάθμητους παράγοντες, όπως είναι η ανατροπή στην υγεία των υπερήλικων γονέων μου και της έλευσης της κατάθλιψης και της έλλειψης ενδιαφέροντος από την ακμαία μέχρι πρόσφατα, μητέρας μου. Πως να με αφήσει αδιάφορη κάτι τέτοιο, πως να μην με επηρρεάσει ότι την βλέπω να μην προσπαθεί να ορίσει τη ζωή της με όρεξη αντί για απόσυρση και επιστροφή σε νηπιακές συμπεριφορές? Πως να το αντέξω, όταν εγώ η ίδια στερούμαι χαράς, ευτυχίας, ολοκλήρωσης και τα βάρη στη ζωή μου αυξάνονται? Πως μπορώ να πω φτάνει πια, αφήστε με ήσυχη, δεν αντέχω άλλο? Μπορώ να το πω, ή ο Θεός γελάει μαζί μου, αυτή τη φορά σαρκαστικά?

Σήμερα το βράδυ, πριν από λίγο, στο μάθημα χορού που είχαμε με τις υπόλοιπες τσούπρες, για κλείσιμο η δασκάλα μας έπαιξε αυτό το κομμάτι, "Τα κορμιά και τα μαχαίρια" από τη λατρεμένη Ελευθερία Αρβανιτάκη.
Ένιωσα έστω και για λίγο να αφήνομαι στη κυριολεξία στο ρυθμό και στο λίκνισμα και να χορεύω διακτινισμένη έστω και αν κρατιόμουν να κάνω τη χορογραφία "σωστά", ενώ η ψυχή μου πετάριζε ακούγοντας τη μελωδία και χόρευα ενώ τραγουδούσα ταυτόχρονα. Ψυχή μου εσύ βασανισμένη, ψυχή μου εσύ που ζεις μέσα στις απαγορεύσεις και στη πειθαρχία που σου επέβαλαν, για να μην βρεις τη χαρά με τα εγκόσμια, αλλά μέσα από το άφημα σε άλλες διαστάσεις, αν ποτέ το καταφέρεις. Γερνάς καρδούλα μου, μοναχή και ταλαιπωρημένη, ενώ στιγμές σαν κι αυτή, ανάμεσα στις τρελιάρες συμμαθήτριές σου, αισθάνεσαι έστω και για όσο κρατάει ένα τραγούδι, λεύτερη μέσα στην αγγουροσύνη σου και τους αυτοπεριορισμούς σου.

Ενώ μέσα βαθιά μέσα σου, αυτό που λαχταράς είναι να αγαπάς και να αγαπιέσαι, να λαχταράς και να σε λαχταρούν και αυτό που αισθάνεσαι να βρίσκει ανταπόκριση. Αυτό θες και συμβιβάζεσαι με τη μοναξιά σου και ημίμετρα που νομίζεις ότι κάτι γίνεται, χωρίς αγάπη να σε γεμίζει και έρωτα να σε ησυχάζει.

Γαμώτο!



(c) Marialena, 06.03.2015 (Καληνύχτα σας...)

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Μια Αγάπη Μικρή

Αισθάνομαι πως χρονιάρες μέρες πλησιάζουν και η Αγάπη δείχνει το αληθινό της πρόσωπο. Η Αγάπη μοιάζει με ένα σκέπασμα, άλλοτε μακρύ και ζεστό που νιώθεις ότι χάνεσαι μέσα του κι άλλοτε κοντό, μικρό και άβολο, που όσο και να το τραβάς, δε  φτάνει για να σε ζεστάνει.

 Big Hugs by www.sodahead.com

Γι' αυτή την Αγάπη τη μικρή, θέλω να μιλήσω, να αναμετρηθώ μαζί της. Γιατί φανερώνεται όταν θες να ξεφύγεις από τα βολικά σου όρια και σου λέει "σιγά σιγά, με το μαλακό", ενώ εσύ θες να κάνεις την υπέρβαση και να βρεθείς αντιμέτωπος με τον φόβο σου. Θες να γίνεις η κουβέρτα που τυλίγει, ή η κουρτίνα που ανεμίζει για να αφήνει τον καθαρό αέρα σε μια σχέση να περνάει, αντί για το διακοσμητικό βάζο που θα ήθελαν κάποιοι, ή εσύ επιτρέπεις να γίνεσαι για να σ' "αγαπάνε".

Για το "πως κάνεις έτσι", όταν αυτή η Αγάπη η μικρή, δεν φτάνει για να κάνει τις σημαντικές στιγμές, ακόμα πιο σημαντικές με το να πάψει να μπαίνει ανάμεσά τους, για να τις φέρει στα μέτρα της. Ακόμα κι όταν μιλάς, αλλά οι λέξεις δεν φτάνουν σε αυτή την Αγάπη τη μικρή να τη μεγαλώσουν, να τη ζεστάνουν, να τη κάνουν να γίνει Αυτάρκτης και Αυτεξούσια, να την Ελευθερώσουν.

Γιατί για μια Αγάπη μικρή, που ταυτιζόμαστε, βολευόμαστε και γινόμαστε κομμάτι της. Γιατί να ζήσουμε μιαν Αγάπη μεγάλη, γιατί να βγούμε από τον εγωϊστικό μας εαυτό, όταν θεωρούμε ότι τα έχουμε όλα κλεισμένα και τακτοποιημένα σε κάθε τι μικρό μέσα μας? Μικροί άνθρωποι, μικρά συναισθήματα, μικρές Αγάπες, μεγάλα ψέμματα κι απάτες, ψευδαισθήσεις και αυταπάτες.

Ίσως να αναμετριέμαι ξανά με τον Διάβολο, όταν αυτές τις γιορτές, για μια ακόμα φορά, ήλπιζα, ήθελα και ποθούσα την πολυπόθητη ηρεμία, για να ζήσω το πνεύμα των ημερών. Αυτή την αίσθηση, ότι έρχονται μέρες γιορτής και τις ζεις με τους αγαπημένους σου, με τους ανθρώπους που αξίζει να τις ζεις, που μια ακόμα ημέρα μαζί τους χρωματίζεται διαφορετικά, εξαιτίας της αίσθησης της ημέρας. Τέτοιες μέρες δεν είναι πολλές, είναι λίγες και αξιομνημόνευτες, ειδικά για όλους εμάς που μας τρώει η ανταπόκριση στα υπερβολικά, συχνά, θέλω της κάθε ημέρας. Ειδικά για εμάς, που η θέα ενός στολισμένου δέντρου μας κάνει να χαμογελάμε νοσταλγικά, αναπολώντας τα παιδικά χρόνια που η μαγεία έλαμπε στα λαμπιόνια του δέντρου, στον φουσκωτό Άγιο Βασίλη και τη φάτνη κάτω από το δέντρο. Τότε που οι ημέρες είχαν χρώμα, είχαν νόημα και έμοιαζαν με παραμύθι στα παιδικά μας μάτια. 

Τώρα, οι σωλήνες με τα λαμπάκια led φωτίζουν το μπαλκόνι, για να σπάνε περισσότερο το σκοτάδι της χειμωνιάτικης νύχτας, ενώ το σπίτι στέκει βουβό. Τα όνειρα ταξιδεύουν σε μνήμες και επιθυμίες ανείπωτες, εικονικές και πραγματικές, χαμένες στο χρόνο και στη φαντασία. Τα δώρα δίνονται για να δώσουν χαρά στους άλλους, αλλά δεν λαχταράς πια, ούτε τα κάλαντα, ούτε τη Παραμονή των Χριστουγέννων και τρέμεις τη Παραμονή της Πρωτοχρονιάς, που αν δεν υπάρχει ένταση στο σπίτι (πόσες φορές...), θα ανταλλάξεις φιλιά και ευχές, ενώ η καρδιά θα σφίγγεται για να μην φωνάξει: "Θέλω τη ζωή μου πίσω, θέλω τα όνειρα να είναι δικά μου, θέλω να μην πονάω άλλο πια...", αλλά θα σωπάσεις, όπως πάντα. Θα αφήσεις το βλέμμα να χαθεί στον αττικό ουρανό, θα γίνει η αλλαγή του χρόνου, θα κρατάς τα γούρια σου στο χέρι και στο τέλος θα ξαπλώσεις αγκαλιά με τον ροζ κούνελό σου, για να σου κρατάει συντροφιά και για να ακούει τα παραπονάκια σου ή τα μυξοκλάμματά σου μέχρι να αποκοιμηθείς.

Κι έπειτα θα ανταλλάσσεις ευχές με φίλους και γνωστούς, θα κρυφοκοιτάς τις στιγμές που ζουν ή δεν ζουν, θα δεις πρόσωπα χαρούμενα,  φωτεινά, λαμπερά, πρόσωπα σχηματισμένα με αισθήματα, με αγκαλιές και φιλιά, με γιορτινή διάθεση, θα ανταλλάξετε ευχές, γιατί το καλό χρειάζεται να ενδυναμώνεται και να φτάνει μέχρι εκεί που η σκέψη σου κατευθύνει τις ευχές. Χαίρεσαι για τις χαρές τους, χαίρεσαι για την ευτυχία τους, χαίρεσαι για το θάρρος και το κουράγιο τους, την ανθρώπινη διάσταση που δείχνουν να έχουν και αντεύχεσαι. Γιορτάζεις με τη γιορτή τους, καμαρώνεις τα παιδιά τους, θαυμάζεις τις οικογένειές τους, προσεύχεσαι για την υγεία τους.

Και παίρνεις τον ταρανδούλη σου αγκαλιά και παίζεις κουκλοθέατρο με τη σκυλίτσα σου που σε κοιτά έτοιμη να αρπάξει το κουκλί και να το βάλει στη κρυψώνα της, κάνοντάς το δικό της! Και τη χαϊδεύεις, για να νιώσεις κάτι οικείο στο άγγιγμά σου, γιατί ξέρεις πως είναι δώρο θεού που υπάρχει τέτοιες μέρες στη ζωή σου και σε αγαπάει γι' αυτό που είσαι, για εκείνη και αυτό που είναι εκείνη για σένα. 

Όχι, δεν θες πολλά αυτές τις ημέρες, μονάχα λίγη ηρεμία, που σαν άλλη κινέζικη πορσελάνη τη κρατάς στα δυο χέρια και περπατάς πάνω στο τεντωμένο σχοινί της αυτολύπησης σε συνδιασμό με την ακατανόητη στους άλλους, συμπεριφορά σου. Δε μιλάς πολύ, η ματιά σου ταξιδεύει, η καρδιά χτυπάει, θυμάται, σκέφτεται, ποθεί και φλέγεται, μόνο για να σβήσει με συνοπτικές διαδικασίες και να μπει πάλι σε "ασφαλή λειτουργία". Έλα μωρέ πως κάνεις έτσι, δυο μέρες είναι θα περάσουν. Εσύ δεν θα πας πουθενά? Και δεν τολμάς να πεις, "θα έκανα τα πάντα να είμαστε μαζί, αλλά αφού δεν το θες, τι να σε κάνω...". Σηκώνεις τους ώμους σε απόγνωση και σφίγγεις τα χείλη.  Έλα μωρέ πως κάνεις έτσι, 12 μέρες είναι θα περάσουν και μετά θα αρχίσουν πάλι τα καλέσματα και οι κοινωνικές υποχρεώσεις και θα ξεχαστείς από αυτό που έζησες, άλλωστε μόνον εσύ το ξέρεις, ποιον άλλον τον νοιάζει και τον αφορά?

Ουφ, θα περάσουν οι μέρες, θα γυρίσεις στη ρουτίνα της καθημερινότητας, ένα χρόνο μετά ημερολογιακά και μέσα στις κρύες μέρες θα σκέφτεσαι πως πέρασες και δεν θα το ομολογείς ούτε στον εαυτό σου. Φτάνουν οι διηγήσεις των άλλων, φτάνουν οι εντυπώσεις που μοιραστήκατε. Η σιωπή είναι χρυσός. Το "οικογενειακά" καλύπτει τις περιγραφές, έστω και αν αισθανόσουν σαν ξερόκλαδα στον άνεμο, μέσα στη δική σου ζώνη του λυκόφωτος. Αν κερδίσεις το φλουρί της πίτας, θα το θεωρήσεις σημάδι καλοτυχίας, άσχετα που ο προηγούμενος χρόνος σου άλλαξε τα φώτα. Άσχετα που η Αγάπη που νιώθεις, είναι αντικείμενο κοπτοραπτικής και φασόν, γιατί και τι έγινε?

Αυτή η Αγάπη η μικρή, η απείθαρχη, η απροκάλυπτη, η βασανιστική, σαν τα καλλικατζαράκια των παραμυθιών που βγαίνουν από τα έγκατα και παιδεύουν τους ανθρώπους με τις σκανταλιές τους, μέχρι να γίνει ο αγιασμός των υδάτων τα Φώτα και να ξαναμπούν στα λαγούμια τους μέχρι του Χρόνου. Θα σβήσουν τα λαμπιόνια, θα μαζευτούν ξανά στις κούτες στην αποθήκη τα στολίδια και εσύ θα προσπαθείς να μαζέψεις τη ζωή σου που δεν μαζεύεται με τίποτα!

Χρόνια Πολλά, Υγεία, Ευτυχία, Προκοπή και Χαρά σε όλους σας, μικρούς και μεγάλους!

Καλές Γιορτές με Αγάπη!

(c) Marialena, 8/12/2014 (the rest is history) 

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Η Επιστροφή

Το Κάστρο του Πλαταμώνα, 
photo by Marialena, 28.10.2014

Επέστρεψα πριν από λίγο σπίτι, μετά από μια τετραήμερη ανάπαυλα. Αυτή είναι η τελευταία φωτογραφία του Κάστρου του Πλαταμώνα που τράβηξα με το κινητό, όταν ξύπνησα το πρωί και ετοιμαζόμουν να φύγω από το ξενοδοχείο. Για τέσσερις ημέρες το Κάστρο ήταν η πρώτη και η τελευταία εικόνα που αντίκρυζα κάθε πρωί και βράδυ, ένας έρωτας, για μένα, διαρκείας, που με έκανε να νιώσω νοσταλγία και να μου ξυπνήσει θύμησες από πρόσωπα, μέρη και στιγμές που έχω ζήσει στην απεραντοσύνη του και που λαχταρώ ακόμα να ζήσω...

Στη διάρκεια του ταξιδίου από τη Μακεδονία ως την Αθήνα, είχα φορτώσει στο κινητό και άκουγα μουσικές που ανακάλυψα πρόσφατα και ήδη ομολογώ πως λατρεύω, γι' αυτό και τις άκουγα ξανά και ξανά, όσο ταξιδεύαμε, ειδικά όταν έπεφτε το σκοτάδι. Μια από αυτές έρχεται από την λατρεμένη μου Toni Braxton που μαζί με τον Babyface έφτιαξαν ένα εκπληκτικό rnb άλμπουμ, το "Love, marriage and divorce". Πέραν από τις υπέροχες μελωδίες και τις ερμηνείες που δεν αφήνουν αδιάφορο έναν λάτρη της μαύρης μουσικής, όσο το άκουγα, στεκόμουν πια στους στίχους και στα μηνύματα που εξέπεμπαν στους ακροατές.

Παρόλο που δεν έχω περάσει τη διαδικασία έρωτα, γάμου  και διαζυγίου και εύχομαι να μην μου προκύψει στη ζωή μου, αν και εφόσον, μπήκα στη διαδικασία να σκεφτώ τι φανερώνονταν πίσω από τις λέξεις. Πήρα ασυνείδητα το ρόλο του ανθρώπου που περνάει από αυτές τις διαδικασίες, για να φτάσει μοιραία, να ζήσει τη ζωή μετά και ομολογώ πως κάθε φορά που άκουγα, ακόμα πιο προσεκτικά, τα τραγούδια του άλμπουμ, βυθιζόμουν λίγο περισσότερο στη θλίψη του αδιεξόδου στις προσωπικές σχέσεις, όσο αφηρημένο αν ακούγεται αυτό, αλλά ένιωσα τι σημαίνει να απομακρύνεσαι στη σχέση σου, να βρίσκεις δικαιολογίες για να διαλύσεις έναν δεσμό, να χρησιμοποιείς την απιστία ως μοχλό αποσυμπίεσης τάχα, να προσπαθείς να τα ξαναβρείς και στο τέλος ο καθένας να παίρνει το δρόμο του, μετά από αυτό το συναισθηματικό τρενάκι του τρόμου, όπως λέει και το ομώνυμο τραγούδι που επέλεξα απόψε να ντύσει αυτές μου τις σκέψεις.

Η αίσθηση που κυριαρχούσε μέσα μου ήταν αυτή της θλίψης, γι' αυτό και μέσα σε ένα πούλμαν με γνωστούς και φίλους, πέραν από το χιούμορ ή των κοινωνικών συζητήσεων, υπήρχαν στιγμές που χανόμουν μέσα στα τραγούδια που άκουγα. Προσπαθούσα να καταλάβω τι κάνει έναν άνθρωπο να παραδώσει τα όπλα σε μια σχέση, να ακρωτηριαστεί συναισθηματικά, να μην μπορεί πια να ζήσει φυσιολογικά, όσο και αν το θέλει ή το πιστεύει, γιατί αυτά που τον διακατέχουν ως άνθρωπο, τον ορίζουν και ως χαρακτήρα.

 

Ένιωσα ξανά αυτή τη μοναξιά τη δυσβάσταχτη, που νιώθεις όταν η αγάπη δεν ζεσταίνει πια τη καρδιά όπως μέχρι πριν από λίγο καιρό, όταν δεν δίνεις πια αυτό που ξεπηδούσε απ' τη ψυχή, την έλλειψη επικοινωνίας, το "μάγκωμα", τις προσδοκίες που θες να επιβεβαιώνονται μέσα από τη προβολή στον άνθρωπό σου, τα συναισθήματα να σε πλημμυρίζουν και να μπορείς να τα εκφράσεις ανερυθρίαστα προς τον σύντροφό σου και βυθίστηκα ακόμα περισσότερο σε περίσκεψη. Από τη μια αναπολούσα αυτά που κάποτε έζησα μαζί με ανθρώπους που εδώ και χρόνια κατέχουν μια ξεχωριστή θέση στη καρδιά μου και σκεπτόμουν τι θα έκανα αν είχα την ευκαιρία να τα ξαναζήσω μαζί τους στο παρόν και από την άλλη, με τύλιγε το κρύο από την ευγενική, πλην απόμακρη, λόγω απωθημένων ή ανεκπλήρωτων θέλω, που εισέπραττα ή να τολμήσω να πω, ότι εξέπεμπα.

Συγκλονίστηκα όταν επιστρέφοντας από τη Χερσόνησο του Άθω χθες, περνούσαμε από τον περιφερειακό της Θεσσαλονίκης και μου ερχόταν στο νου, οι αγαπημένοι μου άνθρωποι εκεί. Ήθελα να έχω την ευκαιρία να τους ξαναδώ, να τους αγκαλιάσω, να τους φιλήσω, να τους πω πόσο μου έχουν λείψει από τότε που τελευταία ιδωθήκαμε, όταν τέτοια εποχή, έβρισκα την ευκαιρία να πάω να τους δω και να περάσω λίγες ημέρες μαζί τους. Να τους πω πόσο τους αγαπάω και πόσο μου λείπουν από τη ζωή μου, όταν πια αρκούμαστε στη γραπτή επικοινωνία όταν μπορούμε και έχουμε το χρόνο.

God knows I didn't mean to hurt you, I didn't mean to break your heart, λέει το ομώνυμο τραγούδι του δίσκου και γυρίζει στο μυαλό μου συνέχεια. Αναρωτιέμαι ξανά, αν ποτέ θα αξιωθώ να αγαπήσω και να αγαπηθώ από έναν άνδρα που θα είναι ικανός και θα θέλει να με καλύψει συναισθηματικά, να είναι ο σύντροφος, ο φίλος, ο εραστής, ο σύζυγος, ο συνοδοιπόρος και συμπαραστάτης στη κοινή μας ζωή. Μεγάλες κουβέντες λέω μου φαίνεται και όταν το αντικρύζω, το σέβομαι, το εκτιμώ αλλά και μπαίνω στη σύγκριση με τις δικές μου επιλογές και τότε μετά λύπης μου, βγαίνω χαμένη...

Αυτόν τον καιρό, υπάρχουν πράγματα στη ζωή μου που περιμένουν να διευθετηθούν με τη δική μου ανάληψη ευθυνών, όπως και αντίστοιχα υπάρχουν πράγματα που υφίστανται ή αργοπεθαίνουν πέραν από τη δική μου θέληση ή διάθεση, αλλά στέκω ως μάρτυς στην εξέλιξή τους. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι απλά "δεν ενδιαφέρομαι", αλλά αν και φαίνεται ότι έχω σηκώσει τα χέρια ψηλά, δεν είναι έτσι. Στα ζητήματα της καρδιάς, είμαι γυναίκα και όσο και το δυναμικό μου προφίλ, επισκιάζει άλλες πλευρές του χαρακτήρα μου, πιο εσωστρεφείς, δεν παύω να νιώθω και να εκφράζομαι έτσι και όχι σαν τον Ζούπερμαν ή τον Οδυσσέα Ανδρούτσο με το σπαθί, που θα ήθελαν μερικοί να είμαι, αλλά λυπάμαι πολύ, δεν θέλω να γίνω για να αισθάνονται αυτοί καλά με την δική τους προβολή στο πρόσωπό μου.

Εισπράττω πια ότι κοινωνικά οι άλλοι προσφεύγουν σε μένα γιατί τους δημιουργώ αισθήματα εμπιστοσύνης και ίσως έχει φτάσει η εποχή που προβάλλεται ισχυρά κάτι τέτοιο, όμως δεν κρύβω ότι αισθάνομαι ως άλλη Ιφιγένεια εν Αυλίδι, όταν πέραν από τη κοινωνική δράση, αυτό που θέλω να είμαι είναι ένας δοτικός άνθρωπος, με αισθήματα που περιμένουν να εκφραστούν, σαν ένα πυροτέχνημα που σκάει καταμεσής ενός σκοτεινού ουρανού, αλλά θέλουν να πέσουν στη γη και να φυτρώσουν, να ανθίσουν, να αναπτυχθούν. Είναι ωραίο να προσφεύγουν οι άλλοι σε σένα, γιατί αναγνωρίζουν πράγματα που τους κάνουν να νιώθουν καλά, όμως ο ρόλος της Καγκελαρίου της Γερμανίας, δεν είναι αυτό που με ικανοποιεί και με εκφράζει, όταν μέσα μου σπαρταράω να νιώσω τη ζεστασιά της ανθρώπινης επαφής, του χτισίματος της εμπιστοσύνης, της ηθικής και ψυχολογικής στήριξης. 

Άραγε υπάρχει αυτός που θα μπορέσει να αντέξει μια γυναίκα στα 40+ της, ολίγον χύμα στο κύμα πια, με μεγάλες ευαισθησίες, με ακόμα μεγαλύτερη παρόρμηση και φιλότιμο, με όρεξη για ζωή, με μια χρόνια πάθηση που την κάνει εγκρατή και ανασφαλή για το μέλλον, αλλά που αυτό που θέλει είναι να αγαπά με όλη της τη ψυχή, να σέβεται, να αναγνωρίζει και να θαυμάζει αυτόν που θα την εκτιμήσει, θα την αγαπήσει, θα της προσφέρει την οικογένεια που ποθεί να φτιάξει μαζί του, πριν να είναι αργά να ζήσουν τα καλύτερα χρόνια της ζωής τους μαζί? Τη Μαριαλένα που προτιμά την ειλικρίνεια από ένα ωραίο ψέμα, την συντροφικότητα από τη κοσμική ζωή, τον εθελοντισμό από τον κωλοεγωϊσμό των ξετσίποτων, τον πνευματισμό από την κεκοιμημένη συνείδηση, το χαμόγελο από τη γκρίνια, τη μοναχικότητα από τις αδιέξοδες σχέσεις. Ίσως κουβέντα να κάνουμε, ποιος το ξέρει?




Marialena, 28.10.2014 (Because the Truth is out there...)

Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Φύγε μακρυά...

Εγώ είμαι πάλι. Δεν έχω άλλο τρόπο να τα πω, αν δεν τα γράψω, δεν γίνεται διαφορετικά, ειδικά απόψε, ειδικά αυτό το διάστημα.

Σκεφτόμουν ότι κοντά 20 χρόνια πριν, τα ίδια έκανα πάλι, όταν δεν είχα άλλον τρόπο να αντιμετωπίσω τις κλεισομάρες μου. Νοέμβρης 1995, νομίζω ήταν, τότε που σχεδόν δεν έβλεπα μετά τα λέιζερ, αλλά έβρισκα καταφύγιο στο να βάφω τα τάσια του αυτοκινήτου μου, τότε. Καθισμένη σε ένα χαλάκι στην αυλή, να έχω ένα πινέλο και να βάζω χρώμα στα τάσια που ήθελαν βάψιμο.

Ένα πρόβατο για σφαγή, αυτό ήμουν, αλλά δεν το είχα καταλάβει. Πήγα εθελούσια στο βωμό. Ναι, γλύτωσαν τα μάτια από χειρότερα, έμεινε όμως η αναπηρία, μέχρι και σήμερα. Δεν έχει σημασία που το συνήθισα, που στραπακλωνόμουν στα σκαλιά, γιατί δεν έβλεπα τα σκαλοπάτια πια, που δεν διέκρινα το βράδυ στο μισοσκόταδο και έπρεπε να αρχίσω να ψηλαφίζω για να μην σκουντουφλάω συνέχεια, όπως και έγινε.

Άλλαξε και το βήμα μου, βάρυνε, τα πόδια εξερευνούν πια πρώτα και μετά τα μάτια, άλλαξε και ο τρόπος που βλέπω γύρω μου, τώρα πια πιο περιορισμένα. Δεν άλλαξε το "ταξίδεμα" στον ορίζοντα, η ενατένιση του ουρανού, τα σύννεφα, τα δέντρα, τα χρώματα του ουρανού, οι σταθερές μου όσο βλέπω. Η ευγνωμοσύνη ότι είμαι ζωντανή και μπορώ και συνδέομαι με το περιβάλλον κατ' αυτόν τον τρόπο.

12 Ιουνίου. Πάμε για χειρουργίο, πάλι στο μάτι. Στο ευαίσθητο, στο ζαβούλι μου, σ' αυτό που παλεύει κόντρα στους νόμους της φύσης και τον χρόνο για μην εγκαταλείψει τη προσπάθεια να βλέπει, όσο μπορεί. Τώρα πια βλέπει ελάχιστα, αποσπασματικά, μέσα από φίλτρο του θολωμένου φακού του. Είμαι αποφασισμένη και ας φοβάμαι. Δεν έχω άλλη επιλογή, να του δώσω το φιλί της ζωής, να δει ξανά, να μην κυκλοφορώ σαν τη θείτσα, να μην γυρίζω το κεφάλι δεξιά, γιατί αριστερά δεν βλέπει.

Να αλλάξει ο φακός, να γίνει και έγχυση αζώτου, να κολλήσει ο αμφιβληστροειδής. Δεν ρώτησα ακόμα αν θα ξαναγίνει η ίδια κατάσταση. Το "δώρο" θα είναι η πρεσβυωπία. Από τώρα γαμώτο? Σκάσε και κολύμπα. Το ένα μάτι θα θέλει γυαλιά για κοντά, το άλλο όχι. Να δω πως θα διαβάζω το κινητό μετά την επέμβαση. Τι θα γίνει και το άλλο μάτι, το "καλό". Πότε θα καταπέσει και εκείνο για να γίνει και εκεί η αλλαγή φακού, να τελειώνουμε με αυτό το πράγμα επιτέλους? Πέντε χρόνια από τη ζωή μου ζω με τη μελαγχολία του καταρράκτη. Τα καλύτερά μου χρόνια, ίσως... λέω, μια μελαγχολία που δεν περνάει, όσο και αν κάνω τον κλόουν, όσο και αν προσπαθώ να χαλαρώσω και να ζήσω το σήμερα, δεν περνάει. Είναι εκεί, κολλημένη στο δέρμα και το υποσυνείδητό μου.

Αυτή τη φορά, βρήκα καταφύγιο στο να σφίγγω τις βίδες στο μηχανάκι μου. Το αυτοκίνητο, δεν το αγγίζω πια, δεν μου έχω εμπιστοσύνη να οδηγώ σε συνθήκες δύσκολες, δεν με βοηθούν τα μάτια μου και έτσι άρχισα να καταλαβαίνω τι περνάνε οι μεγάλοι άνθρωποι που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με μένα. Προχθές επιχείρησα να δω και μια ταινία στη τηλεόραση μετά από καιρό και αποκοιμιώμουν, γιατί δεν έβλεπε το μάτι, να πάει το σήμα στον εγκέφαλο να μείνει ξύπνιος...

Το λιμανάκι μου, να φροντίζω τις προεκτάσεις του εαυτού μου, για να βρω λίγη χαρά, λίγη ικανοποίηση ότι δεν ακυρώνομαι σαν άνθρωπος μέσα από τις δοκιμασίες. Το υλικό μέσον κι εγώ, η εξανθρώπιση, η προβολή των συναισθημάτων πάνω σε ένα χρηστικό αντικείμενο, γιατί σε μένα πάντα φέρομαι αυστηρά, γιατί έτσι έχω μάθει να με μεταχειρίζομαι. No mercy, έτσι ακριβώς. Θέλω να βρω και το εγχειρίδιο επισκευής της μηχανής, μπας και καταφέρω να κάνω τον Κύρο Γρανάζη και τα χέρια μου δώσουν, αυτό το "κάτι" που με κάνει να λέω: "μπράβο ρε Μαριαλένα, τα κατάφερες! Το μηχανάκι τώρα δεν τρίζει..."

Και στο ενδιάμεσο του αυτομαστιγώματος, οι ζωές των άλλων, ταινίες φυλαγμένες που περίμεναν την ώρα τους για να τις δω στην οθόνη του υπολογιστή. Τα παράλληλα σύμπαντα που μέσα από αυτά ζω σε προβολή, σε αντιπαραβολή με το δικό μου καύκαλο της χελώνας. Είδα αρκετές ταινίες τελευταία, με αιχμαλώτισε το Labor Day με την Kate Winslet και τον Josh Brolin, όπως και το The Book Thief με τους Geoffrey Rush και Emily Watson που λατρεύω. Τι ταινίες! Πως το συναίσθημα εξυφαίνεται μέσα από τις δυσκολίες, η ανθρωπιά ξεπηδά εκεί που η αγριότητα οργιάζει, πως η αγάπη φανερώνεται μέσα από καρδιές που μπορούν να την εκφράσουν! Τι να πω!

Θέλω να αρχίσω και διατροφή ξανά, να ξεφουσκώσω λίγο από τα άγχη και τις αγωνίες μου. Μετά την επέμβαση και την ανάρρωση, οπωσδήποτε. Νιώθω ότι έχω χάσει την εικόνα του εαυτού μου, δεν είμαι στα πάνω μου, δεν αισθάνομαι καλά με το σώμα μου. Έχω καταπνίξει και την ερωτική επιθυμία, γιατί μέσα μου κυριαρχεί η ανάγκη για εσωστρέφεια, δεν αισθάνομαι ερωτική εγώ η ίδια και έχω μπει σε safe mode, πράγμα που με εξυπηρετεί ή με βολεύει, για πόσο δεν ξέρω, αλλά όπως το βλέπω, για αρκετό διάστημα. Η ερωτική έκφραση, η ανάγκη επικοινωνίας, της άδηλης, της μη λεκτικής, δεν είναι ανάγκη να εκφράζεται μόνο από το σεξ. Ποτέ δεν το πίστευα αυτό και δεν το εφάρμοζα. Σεξ κάνουν οι άνδρες για εκτόνωση των ορμονών τους σωματικά, εγώ τι στο καλό να θέλω, εκτός από τρυφερότητα και ηρεμία, που πανάθεμά με, αν αρκεί και καλύπτει έναν άνδρα!

Γι' αυτό θα ήθελα να δώσω το κλειδί της ελευθερίας στον σύντροφό μου, που μάλλον το έχει πάρει από μόνος του και να βρει τη χαρά, την ανεμελιά ή την κάλυψη των αναγκών του σε προσωπικό επίπεδο, εκεί που δύνανται να του τα παρέχουν. Θα ήθελα να ήμουν νέα, όμορφη, υγιής και διαθέσιμη, αλλά δεν είμαι πια. Θέλω και εγώ τα πράγματα σε ένα άλλο επίπεδο. Όσο βουτάω μέσα μου και ψυχαναλύομαι, τόσο αναζητώ το παρακάτω, το επόμενο επίπεδο συνειδητότητας, δεν μπορώ πια τα φρου φρου και αρώματα, το να περνάει ο χρόνος δίχως νόημα και δίχως προορισμό, έστω και αν αυτό σημαίνει ότι θέτω εαυτόν εκτός νυμφώνος, εκτός παιχνιδιού, εκτός πραγματικότητας.

Θα ήθελα να ήθελε να μοιραζόμαστε περισσότερες στιγμές μεταξύ μας, σαν ζευγάρι και όχι σαν φιλαράκια, γιατί δεν αντέχει τις δικές μου προκλήσεις. Ανθρώπινο, το κατανοώ, ίσως στη θέση του και εγώ το ίδιο να έκανα, να κρατούσα τις αποστάσεις μου, από μια κατάσταση που δεν ξέρεις πως να φερθείς. Αγαπάμε ο καθένας με τον τρόπο του, αλλά αυτό μάλλον δεν είναι αρκετό για να μας κάνει να είμαστε ΜΑΖΙ και όχι μαζί κοινωνικά και γιατί μας αρέσουν κοινές δραστηριότητες και ασχολίες.

Δεν ξέρω, μάλλον έφτασα στο σημείο να μην ελπίζω ότι η ζωή μου μπορεί να είναι καλύτερη, γιατί ίσως εγώ δεν έχω πιστέψει ότι μπορεί να είναι καλύτερη. Πάλι καλά που υπάρχουν και οι γονείς ακόμα και δίνουν μια χείρα βοηθείας, εκεί που μπορούν, αφού όσο και αν δεν το ομολογώ το έχω ανάγκη, να περάσω αυτή τη κατάσταση, μη νιώθοντας ότι τα κάνω όλα και συμφέρω, άσχετα που δείχνω ψύχραιμη και δίνω και κουράγιο, γιατί η ψυχούλα τους το ξέρει αν θέλουν να βλέπουν το παιδί τους να ταλαιπωρείται και εγώ να προσπαθώ να μην το δείξω μέσα από την αποστασιοποίησή μου.



Σήμερα το πρωί στο γραφείο, έβαλα λίγο το ραδιόφωνο στο κινητό, να με συντροφεύει εν ώρα εργασίας. Αυτό το τραγούδι του Γιάννη Βαρδή, "καρφώθηκε" μέσα μου όταν το άκουσα, είχα να το ακούσω και χρόνια, ίσως, αλλά ήρθε και με ακολούθησε μέχρι τώρα που περασμένα μεσάνυχτα, γράφω ξανά, σαν τον παλιό καιρό, το πληκτρολόγιό μου, οι σκέψεις μου κι εγώ αντάμα.

(c) Marialena, 24/5/2014