Δευτέρα, 27 Μαΐου 2019

Κόκκινο Τριαντάφυλλο

Τη κοίταξε με λαγνεία καθώς είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι και τον περίμενε. Το δέρμα της λευκό, φυλαγμένο από τον ήλιο του καλοκαιριού ακόμα και ανάμεσα στα πόδια της ένας θύσανος που ξεχώριζε. Έβγαλε τα ρούχα του και κινήθηκε προς το μέρος της. Τη χάιδεψε με το χέρι του κι εκείνη ανατρίχιασε. Κοιτάχτηκαν φευγαλέα μα τόσο επίμονα κι ακούστηκε ένας μικρός αναστεναγμός από μέρους της.

Τον παρατηρούσε που την άγγιζε με τη παλάμη του, στο πρόσωπο, στα χείλη, στο λαιμό, στο στήθος. Έσκυψε και τη φίλησε στις ρώγες της που πρόσμεναν ανυπόμονα να προβάλουν όταν τις ακούμπησε στο στόμα του και άρχισε να τις γλύφει, σαν το παιδί που ψάχνει πάντα να χωθεί στα στήθια της μάνας για να πιεί το ζωοδόχο γάλα της. Βούλιαξε στο στρώμα το κορμί της κι εκείνος τη ρούφαγε αχόρταγα ενώ οι ανάσες ακούγονταν τώρα, περισσότερο. 

Η κοιλιά της ριγούσε όπως είχε αρπάξει τους μαστούς της και τους κρατούσε στα δυο του χέρια. Την έπιασε από τη μέση και με το δείχτη χάρασσε νοητά τη γραμμή στο στομάχι μέχρι να φτάσει χαμηλά στη κοιλιά της. Εκείνη άνοιξε τα πόδια και τον περίμενε, ενώ από μέσα της ήδη ακουγόνταν ένα βαθύ αχ γεμάτο προσμονή για την επόμενη κίνησή του. Σσσ, της έκανε όχι ακόμα, θέλω να σ' εξερευνήσω ενώ εκείνη έγειρε το κεφάλι στο πλάι δαγκώνοντας τα χείλια της με πόθο.

Της χάιδεψε το μικρό της δάσος, τις πυρόξανθες τριχούλες που ξεπρόβαλλαν μπρσστά από το εφήβαιο. Σαν θρόισμα τ' ανέμου το ένιωσε και έμεινε να τον κοιτάζει καθώς τα δάκτυλά του περιεργαζόταν τις άκρες του αιδίου της. Σαν τον γλύπτη που αγγίζει το γλυπτό του ιχνηλατώντας κάθε σκάλισμα που του έχει κάνει και αναγνωρίζοντας τις πτυχώσεις του μαρμάρου, έτσι κι εκείνος τη χάιδεψε ως άλλος κιθαρωδός, ως άλλος αρπιστής, ενώ στο μυαλό του ήδη είχε σχηματιστεί η μελωδία της ευτυχίας που θα της προσέφερε μέσα από τ' άγγιγμά του. 

Τα δυο του χέρια χώρισαν ακόμα τους γλουτούς της, ενώ τη κοιτούσε επίμονα να ανασαίνει βαθιά και να πάλλεται ενώ αχνοφαίνονταν η υγρασία γύρω από τα γεννητικά της όργανα. Της χάιδεψε τη κλειτορίδα, έβαλε τα δάκτυλά του στο στόμα και τα ύγρανε για να την ερεθίσει ακόμα περισσότερο καθώς το δέρμα της γινόταν ολοένα και πιο κόκκινο στο άγγιγμά του. Έσκυψε και με τη γλώσσα του την σκιαγράφησε, έπαιξε μαζί της, ενώ εκείνη άνοιγε ολοένα και περισσότερο τη λεκάνη για να ξεπροβάλλει ο κήπος της μπροστά του. 

Τα υγρά του δάκτυλα βρήκαν το δρόμο στη μυστική της δίοδο, στην είσοδο του δικού της παραδείσου και μπήκαν με τη παλάμη προς τα πάνω στο στενό της πέρασμα. Εκείνη άφησε τότε μιαν ανάσα ακόμα πιο βαθιά, γεμάτη από τη καύλα της που ξεχείλιζε όσο την άγγιζε και όσο χάιδευε με τα δάκτυλά της τα στήθη της, γιατί αλλιώς θα ήθελε να την είχε δέσει για να μη μπορεί να ελέγξει την ορμή της περιμένοντάς τον να την διακορεύσει. Τα μήλα των δακτύλων του άγγιζαν το μαλακό ιστό του σημείου G της και τη διείγειραν με επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Δυο δάκτυλα αδίσταχτα που έψαχναν να βρουν το θησαυρό στο βάθος του τούνελ όσο η δίοδος πλάταινε όλο και περισσότερο στο χάδι του.

Σε θέλω του αποκρίθηκε, σε θέλω πολύ και το κεφάλι της στο μαξιλάρι δονούνταν από το χτίσιμο της επιθυμίας της κάθε στιγμή που περνούσε. Σαν τη μαινάδα στο χορό του Διονύσου άφηνε το σώμα της έρμαιο σε εκείνον τον κυρίαρχο του έρωτά της και δεν την ένοιαζε καθόλου που ο ασίγαστος πόθος της την έκανε υποχείριο στις ορέξεις του και δεν ήταν η πρώτη φορά.  Της έβαλε τρια δάκτυλα μέσα στο κόλπο της όσο το αιδίον της άνοιγε για να υποδεχτεί τη πηγή της ικανοποίησής της. Τα υγρά της έκαναν το δέρμα του να γλυστράει κι όσο την θώπευε τόσο ξεχείλιζαν.

Εκεί που βρισκόταν τα δάκτυλά του μέσα στο κόλπο της, έσκυψε και έβαλε το κεφάλι του κρατώντας τα μπούτια της ορθάνοιχτα και υψώνοντάς της τη λεκάνη πάνω σ' ένα μαξιλάρι. Η διέγερσή της την έκανε και ευωδίαζε σαν καραμέλα τριαντάφυλλο και η γλώσσα του δε μπορούσε να αντισταθεί σ' αυτή της τη γλύκα. Την έγλυφε τελετουργικά γύρω γύρω από τα μικρά και μεγάλα χείλη του αιδίου της ενώ με το ένα του χέρι χάδευε τη κλειτορίδα της και εκείνη πλημμύριζε ολοένα και περισσότερο από το παιχνίδι του έρωτά του.  Βογγούσε και συσπώταν όσο η γλώσσα του γευόταν τους χυμούς της.

Ναι, είχε γίνει παιχνίδι στα χέρια του, όσο ξεχείλιζε από μέσα της η ανάγκη να της επιβεβαιώσει τη γυναικεία της υπόσταση, έβγαλε το χέρι του με μιας και αγγίχτηκε μόνη της θέλοντας να κρατήσει το κρεσέντο της ζωντανό. Πάρε με, έλα θέλω να σε νιώσω μέσα μου του είπε με τη βαθιά εκείνη φωνή της γυναίκας που αδημονεί να τη γαμήσουν. Τη κοίταξε με πάθος, έβαλε ξανά τα δάκτυλά του μέσα της και περιέλουσε με τα υγρά της το πέος του που ήταν ήδη έτοιμο να γίνει ο πολιορκιτικός της κριός. Βεβαιώθηκε ότι ήταν ήδη έτοιμος να διεισδύσει, της σήκωσε τα πόδια και μπήκε μέσα της με μια αποφασιστική κίνηση, ενώ αντίκρυζε το πρωκτό της ανασηκωμένο να τον αγγίζουν οι όρχεις του.

Με θες, με θες πολύ της έκανε, ενώ εκείνη συνέχιζε να ανεβαίνει αυτή τη φορά με εκείνον μέσα της έτοιμο για όλα. Έγειρε πάνω της, τον άγγιξε στο στήθος και έπαιξε με τις ρώγες του για να τον ανάψει ακόμα περισσότερο. Γαμησέ με, του φώναξε, γάμησέ με όπως εσύ ξέρεις και η ένταση γινόταν ταυτόχρονα αγάπη στον τρόπο που τον άγγιζε. Τη γύρισε στο πλάι και της άλλαξε γωνία εισόδου. Έτσι μωρό μου σε γαμάω της έλεγε, εγώ είμαι ο άντρας σου, εγώ σε κάνω να χύνεις και εκείνη στο άκουσμα των λέξεων αυτών λύσσαγε ακόμα περισσότερο.

Η χαρά της γυναίκας να μην αρκείται μονάχα σε έναν οργασμό κι η συνεχής κλιμάκωση της ικανοποίησής της την έκαναν να δίνει κάθε φορά και κάτι παραπάνω και να τον αφήνει να το χαίρεται που την έφτανε όσο την έπαιρνε μέσα του με ένταση. Τη έβαλε στα τέσσερα, ήξερε ότι του άρεσε, ήξερε ότι κι εκείνη φτιαχνόταν μαζί του. Τη γύρισε προς το καθρέπτη να βλέπονται απέναντι απ' το κρεβάτι. Με τα χέρια του είχε αρπάξει το κώλο της και άρχισε να της ρίχνει σκαμπίλια. Εκείνη άφησε μια κραυγή να βγει από μέσα της σαν να ήταν σκλάβα του σεξ, μόνο δική του. 

Τον ήξερε πια όταν κορύφωνε, όσες φορές κι αν εκείνη καμωνόταν, η δική του η μοναδική φορά ήταν χαρακτηριστική, σαν να έκανε μια μικρή στάση πριν από το τέρμα όπου τα έδινε όλα. Τον ένιωθε ιδρωμένο πάνω της να χτυπά με μανία τους γλουτούς της ενώ εκείνη χαϊδεόταν περιμένοντας να τελειώσουν μαζί. Φτάνω μωρό μου της είπε και άφησε να ξεχυθεί μέσα της το υγρό πυρ του, ενώ εκείνη παίζοντας με την ερεθισμένη κλειτορίδα της, άφησε τον δικό της υστερικό σπασμό να τη γεμίσει. Λάτρευε να χύνει μέσα της τους χυμούς του, εκείνη την απειροελάχιστη στιγμή όπου τα δυο γινόντουσαν Ένα και ένιωθε να χάνεται στο μικρό της θάνατο, πλημμυρισμένη από το σπέρμα του στα γεννητικά της όργανα κι ακόμα κι όταν εκείνος σταματούσε να τη τροφοδοτεί και έμενε μέσα της ξέπνοος, εκείνη συνέχιζε να συσπάται για αρκετά ακόμη μέχρι να αρχίσει να ηρεμεί. 

Αποσύρθηκε από μέσα της και εκείνη ακόμα στα τέσσερα έπαιρνε ανάσες πριν ξαπλώσει ξανά δίπλα του, να κουρνιάσει στην αγκαλιά του. Της άρεσε να την αγγίζει όσο κατέβαινε, όσο κρατούσε μέσα της τα υγρά του σαν επιβεβαίωση του ανδρισμού του και σαν ανταμοιβή δική της. Έβαλε το χέρι του να την αγγίξει στο υγρό μουνάκι της, να νιώσει τα υγρά τους να μπερδεύονται πάνω στο δέρμα της. 



Τη πήρε αγκαλιά και λίγο πριν αποκοιμηθεί αγγίχτηκε και αυτή, χαίδεύοντας το δικό της κόκκινο τριαντάφυλλο όσο ακόμα τα πέταλά του έστεκαν ορθάνοιχτα με μια σταγόνα αίμα μέσα τους, βγαλμένη από τα σωθικά της...

(c) Marialena, 27.05.2019 (when dreams do come true...)

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2019

Υστερία/Hysteria

Κάποτε, όχι πολύ μακριά από την εποχή που ζούμε, τις γυναίκες που παρουσίαζαν ανεξέλεγκτες συμπεριφορές τις οδηγούσαν στο ψυχιατρείο, όπου κατά τις διάρκεια των κρίσεών τους τις έδεναν για αντιμετωπίσουν αυτή τους την ψυχική διαταραχή.

Τότε, οι γυναίκες στη Δύση που βρίσκονταν σε παράκρουση, δεν είχαν περιθώριο κατανόησης ή αποδοχής της συμπεριφοράς τους, εκτός από το να χαρακτηριστούν ψυχοπαθείς και να οδηγούνται στα ιδρύματα για εγκλεισμό με σκοπό τη θεραπεία τους.

Ο πατέρας της ψυχιατρικής Σίγκμουντ Φρόιντ, ονομάτισε έτσι τη κατάσταση που διέγνωσε στις γυναίκες κυρίως που οδηγήθηκαν στο γραφείο του για θεραπεία, που έλαβε το όνομά της από την αρχαία ελληνική λέξη "υστέρα" που σημαίνει μήτρα. Ο δόκτωρ.Φρόιντ υπεστήριζε ότι οι ψυχικές διαταραχές στον άνθρωπο πηγάζουν από την μη ικανοποίηση του ενστίκτου, εξ ου και ο ορισμός που δόθηκε στη περίσταση αυτή.

Υστερία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγησηΠήδηση στην αναζήτηση
Με τον όρο υστερία, (Hysteria) που έχει αντικατασταθεί σήμερα από τον όρο μετατρεπτική διαταραχή, εννοείται στην ψυχολογία μια μορφή σωματομορφικής διαταραχής κατά την οποία το άγχος και οι ψυχολογικές πιέσεις μετατρέπονται σε οργανικά συμπτώματα, όπως είναι η παράλυση, η τύφλωση και η κώφωση.
Κατά τους περασμένους αιώνες πιστευόταν ότι η υστερία είναι κατ' εξοχήν γυναικεία ασθένεια και ότι συνδέεται με τη μήτρα (υστέρα), άποψη που η σύγχρονη ψυχολογία και ψυχιατρική κατέρριψε.
Η πρώτη θεραπεία που εφαρμόστηκε ήταν το κρύο νερό.

Οι γυναίκες είναι εξαρχής σύνθετοι χαρακτήρες που αν θέλετε, μεγαλώνουν με τους εγκλωβισμούς εκδήλωσης του συναισθήματος ή της ίδιας της φύσης τους, μέσα σε κοινωνίες που δρουν συμπιεστικά προς την ελευθερία του ατόμου και της αποδοχής της ταυτότητάς του με σκοπό την ισορροπημένη ανάπτυξη του χαρακτήρα.
Οι άνθρωποι που μεγαλώνουν μέσα σε περιβάλλοντα που δεν επιτρέπουν την αυτοπραγμάτωση και την ανεξαρτητοποίηση του παιδιού, με σκοπό την ανάπτυξη του χαρακτήρα του ως αυτόνομης οντότητας, παρουσιάζουν συχνά φαινόμενα εξάρτησης και μεγάλης συναισθηματικής ανασφάλειας, η οποία προέρχεται από τις ιδιαίτερα εξαρτησιογόνες σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας, αλλά και της καταπίεσης του γενετήσιου προσανατολισμού τους. 
Οι άνδρες που ανατρέφονται με εκμηδεντιστικές τάσεις εκ μέρους των γονέων τους, γίνονται άβουλοι ή εξαρτημένοι από ουσίες ενώ συχνά αναπληρώνουν τον γονεϊκό ρόλο στα μέλη της οικογένειας. Οι γυναίκες που υφίστανται αντίστοιχα συμπεριφορές που τις αφαιρούν το αίσθημα της αποδοχής, ενώ είναι θύματα σωματικής και/ή ψυχικής βίας, πέραν της διαστρεβλωμένης εικόνας που παρουσιάζουν ως προς τον εαυτό τους, εκδηλώνουν φαινόμενα επιθετικότητας προς τις ίδιες αλλά και τα μέλη του περιβάλλοντός τους.
Η αγάπη, η αποδοχή, η ανάδειξη των χαρακτηριστικών των ατόμων στο κύτταρο της οικογένειας και στη συνέχεια στο περιβάλλον που εντάσσεται, η αμφίδρομη επικοινωνία, τα όρια που τίθενται για προστασία των δικαιωμάτων των μελών της οικογένειας/ομάδας καθώς και η έλλειψη απειλής για την έκφραση των προσωπικών αναγκών στο πλαίσιο που ορίζεται ως υγιές, δημιουργεί τα περιθώρια στο άτομο να λειτουργεί με ασφάλεια αλλά και αυτοπεποίθηση στην επιδίωξη του αυτοπροσδιορισμού του.
Σε αντίθετη περίπτωση, όπου η βια, η παραμέληση, ο ψυχικός εξαναγκασμός, η απόρριψη, η εγκατάλειψη ελοχεύουν σε πραγματικό ή ψυχολογικό επίπεδο, το άτομο αναπτύσσει διάφορες ανισορροπίες που συχνά φτάνουν στη νόσηση, με σκοπό να επιβιώσει μέσα σε άρρωστες καταστάσεις.
Η υστερία, ως φαινόμενο αφορά όλους μας, παθητικά και ενεργητικά, όταν το βρέφος που κλαίει δεν λαμβάνει τη φροντίδα που χρειάζεται, το παιδί που έχει ανάγκη να επιβεβαιώνεται από τους γονείς του αγνοείται, ο νέος που χτίζει τη ταυτότητά του στην εφηβεία περιθωριοποιείται και στην ενήλικη ζωή μας, ο ενεργός σύντροφος ακυρώνεται από τους ανθρώπους που έχει επιλέξει να επιβεβαιώνουν την ιδιωτική του λογική. 
Πόσες φορές έχετε νιώσει ότι η μη ικανοποίηση των βασικών σας ενστίκτων σας έχει οδηγήσει σε πράξεις που αλλιώς δεν θα σκεφτόσασταν καν να κάνετε? Η παραληρηματική συμπεριφορά των γυναικών με υστερία προ της επιστημονικής της διάγνωσης, πότε σας έφερε προ απεγνωσμένων πράξεων ή ακόμα και αυτοκαταστροφικών συμπεριφορών? 
Ναι, η αγάπη βιώνεται και η αποδοχή μεταξύ των ανθρώπων αντιλαμβάνεται ως συναίσθημα κατευναστικό στους όποιους φόβους αμφισβητούν την ύπαρξή μας. Ο έρωτας επιβεβαιώνει και η σαρκική επαφή συνδέει με άρρηκτους δεσμούς ψυχή και σώμα, όταν και για τους δυο εραστές βιώνεται ως εμπειρία που τους ολοκληρώνει. 
Η αίσθηση ότι έχουμε διασφαλίσει το ζωτικό μας χώρο μακριά από απειλές και ικανοποιούμε τις βασικές μας ανάγκες με τρόπο που καλύπτει την αποδοχή του Είναι μας χωρίς να γίνεται αρρώστια ή εξαρτώμενη συμπεριφορά, είναι παράγοντες που λειτουργούν κατασταλτικά στην υστερία. 
Το θηρίο μέσα μας θρέφεται από την απώλεια της χαράς στη ζωή μας, όπως θα μπορούσε κανείς να ορίσει το περιθώριο που έχει να δίνει και να αντλεί ικανοποίηση από την αλληλεπίδρασή του στο κοινωνικό πλέγμα που εντάσσεται. 


Το θηρίο μέσα μας που βρυχάται ανεξέλεγκτα και εξακολουθητικά, όταν η πραγματικότητα που βιώνουμε είναι παθολογική, δίνει τη θέση του σε συμπεριφορές όπως η υστερία που κάθε άλλο παρά επιφανειακές είναι. 
(c) Marialena, 22.02.2019










Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2019

Είμαι Ακόμα Ζωντανή.

(Παραμύθι για μεγάλα παιδιά)

Βράδυ φθινοπωρινό, με τον καιρό να παίζει παράξενα παιχνίδια με τη ψυχολογία μας.
Το κρύο να διαπερνά το σώμα και ο αγέρας να τυλίγεται σφιχτά στο κορμί, ψάχνοντας να το αποπλανήσει.

Επιστροφή στο σπίτι μετά από μια γεμάτη μέρα και επιτέλους χαλάρωση των ρυθμών. Κοίτα έξω, νύχτωσε ήδη! Κλείσιμο τα παντζούρια για να μείνει το δωμάτιο ζεστό και τα ρούχα βγαίνουν φορτωμένα από τα άγχη της καθημερινότητας.

Περπατάς πάνω κάτω τον διάδρομο προσπαθώντας να τακτοποιήσεις τις σκέψεις στο μυαλό σου και να μαζέψεις τη ζωή σου σ' ένα μέρος. Αδύνατον! Φοράς ένα φορεματάκι ακόμα καλοκαιρινό για να βάλεις κάτι πάνω σου και κοιτάζεσαι στον ολόσωμο καθρέπτη.

Το φόρεμα διαγράφεται στο στήθος σου και προβάλλεται το σχήμα τους στο βαμβακερό ύφασμα. Κοιτάζεσαι και μένει η ματιά εκεί. Κάνεις να φύγεις απ' τη θωριά του καθρέπτη, αλλά μένεις. Πας να τακτοποιήσεις το φόρεμα πάνω σου, αλλά με μια κίνηση το πετάς, το αφαιρείς και μένεις εσύ με το σώμα σου απέναντι. Κοιτάζεσαι ξανά και δεν σκέφτεσαι, μόνον αισθάνεσαι. Αισθάνεσαι το ερέθισμα της σάρκας σου γυμνής και κρύας εξωτερικά, όπως προβάλει στο είδωλό της στο καθρέπτη.

Ξαπλώνεις στο κρεβάτι παραδίπλα και αφαιρείς και τα εσώρουχά σου. Η αίσθηση της ελευθερίας, του σώματος όπως είναι, σε διαπερνά καθώς χαϊδεύεις το δέρμα σου απαλά έτσι όπως είσαι ξαπλωμένη. Δεν έχει εικόνες το μυαλό, έχει όμως ανάγκη αυτό το κορμί να νιώσει τη φύση του, να αισθανθεί αυτό που ξέρει. Κι αφήνεσαι σε έναν σιωπηλό χορό των αισθήσεων που μόνο οι βαθιές ανάσες και οι αναστεναγμοί χρωματίζουν την ατμόσφαιρα.

Σαν να χορεύεις βάλς, όχι ταγκό αυτή τη φορά, ένα κύμα ευχαρίστησης σαν να βάζεις τα πόδια σου στην ακροθαλασσιά εκεί που σκάει ο αφρός της θάλασσας τα καλοκαίρια για να δροσιστείς, δεν είναι ηφαίστειο, δεν είναι σεισμός, είναι μια πλατιά θάλασσα αυτό που νιώθεις που σε έχει πάρει μέσα της και δονείσαι όσο βυθίζεσαι σ' αυτή την κλιμάκωση. Και δίχως να το σκεφθείς, παραδίδεσαι στο άγγιγμά σου και οδηγείσαι εκεί που τα μάτια κλείνουν και το σώμα αντιδρά όπως ξέρει εκείνο, για όσο το αντέχει.

Κι ύστερα η κατάβαση στη πραγματικότητα, το σώμα εκπέμπει θερμότητα από τη πηγή της ύπαρξής του, οι μύες χαλαρώνουν σιγά σιγά και μένεις ν' αφήνεις έναν βαθύ αναστεναγμό όσο ακόμα η ανάσα είναι βαθιά και τα μάτια κλεισμένα. Μια σκέψη περνάει από το μυαλό και δεν μοιάζει με τις άλλες, αυτές που πλάθουν τα παραμύθια ή τις παράλληλες πραγματικότητες που ζει ο καθένας μας στο μυαλό του. "Είμαι ακόμα ζωντανή!" φωνάζεις στο άδειο σπίτι, "είμαι ακόμα ζωντανή, ω Θέε μου, μπορώ ακόμα κι αισθάνομαι..." και σε πιάνουν αναφιλητά και δάκρυα ξεπηδούν από τα μάτια σου μαζί μ' ένα παράπονο βουβό που βρίσκει τρόπο να εκφραστεί. "Μπορώ κι αισθάνομαι ακόμα γυναίκα..." μονολογείς και τα δάκρυα δε σταματούν να αναβρύζουν, ούτε το συναίσθημα κοπάζει.

"Είμαι ακόμα ζωντανή, για πόσο ακόμα άραγε...?" λες μέσα στο παραμιλητό σου και δε σκέφτεσαι την ύπαρξή σου, όχι, αυτό σε ξεπερνάει κατά πολύ για να το προσδιορίσεις με λέξεις, αλλά για το μέσα σου μιλάς, για την υπόστασή σου, γι' αυτό που έχεις ανάγκη και το έχεις στερηθεί, αυτό που όταν το είχες, δεν ήταν δεδομένο, ούτε αμφίδρομο από τη στιγμή που έπαψε αγάπη να θυμίζει.

Και τότε πάγωσες, ένιωσες ότι έχασες τη γυναικεία σου ταυτότητα, αισθανόσουν ότι δεν ήσουν επιθυμητή από εκείνον που σου προσέφερε τον έρωτά του και η επιθυμία σου χάθηκε πνιγμένη μέσα στα αισθήματα της ματαίωσης που βίωνες. Δεν ήταν το σεξ, δεν ήταν η σαρκική και μόνο απόλαυση, ήταν η επικοινωνία, το συνταίριασμα, η ανάγκη ο ένας σύντροφος να βρίσκει καταφύγιο στον άλλον, όταν γυμνωνόταν τα σώματα και οι ψυχές τους, μια συνουσία μυστική και αδιαπέραστη, η Ένωση των δυο εις σάρκα μια!

Έκτοτε έκανες υπομονή ως οσιομάρτυς ότι τα πράγματα δεν ήταν έτσι όπως τα βίωνες και κάποτε η φλόγα ξανά θα ζέσταινε τη καρδιά και το κορμί σου και ήταν όλα ένα κακόγουστο αστείο και θα τα κατάφερνες να είστε αγαπημένοι μαζί, έστω κι αν ο ένας δεν μπορούσε να ικανοποιήσει τις ερωτικές επιθυμίες του άλλου, έτσι νόμιζες.

Το άνθος του έρωτά σου όμως μαραίνονταν και μαζί έσβηνε και το μέσα σου, περιτύλιγμα χωρίς ουσία ζωτική, ένας άνθρωπος όπως όλοι οι άλλοι που έχουν χάσει την επαφή με το είναι τους. Μη το γελάς καθόλου, πόσες φορές έχεις ακροβατήσει σε αυτή τη κατεύθυνση? Πολλές, περισσότερες απ' όσες ομολογείς, έτσι δεν είναι? Κι έρχονταν τέτοιες αναλαμπές εκεί που δεν το περίμενες, να επιβεβαιώσουν το αντίθετο, ότι ακόμα είσαι εδώ, είσαι αυτό που θες να είσαι, μόνο που τώρα στο χορό χόρευες μόνη και το ήξερες, όπως το ένιωθες πολύ καιρό τώρα, πάρα πολύ καιρό.

Πέρασε λίγη ώρα μέχρι να συνέλθεις, με αυτό το "είμαι ακόμα ζωντανή..." να μη φεύγει από το μυαλό σου, φόρεσες ξανά το φορεματάκι σου και βυθίστηκες στις σκέψεις σου για το υπόλοιπο της νύχτας. Η έλλειψη του καβαλιέρου στο βαλς σου σε καθόριζε, αλλά περισσότερο σε συγκλόνιζε αυτή σου η κραυγή ότι είσαι ακόμα ζωντανή και ότι ακόμα μέσα σου δεν έχουν σβήσει αυτά που σε χαρακτηρίζουν ως γυναίκα. Το θες, ναι, το θες ακόμα, για σένα, για όσα θες να νιώσεις και τα καταπνίγεις μέσα από την στάση ζωής σου.

Επιλογή να τιμωρείς τον εαυτό σου για τους ιδανικούς κι ανάξιους εραστές σου, ή βολικός αυτοπεριορισμός γιατί όλα σου θυμίζουν πρόσωπα και καταστάσεις που έχεις φύγει μακριά τους τώρα πια?

Είσαι ακόμα ζωντανή όμως και μπορείς και αισθάνεσαι. όταν θέλεις, μη το ξεχνάς...

(c) Marialena, 28.09.2018

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2018

Κάποτε ήμουν ο Τάνταλος...

1η Δεκέμβρη σήμερα. Μπήκαμε στο τελευταίο μήνα του χρόνου, για σκέψου! Κάποτε η έλευση των γιορτών με γέμιζε με συναισθήματα θλίψης, έλλειψης χαράς, το στρες των εορτών που το λένε. Η χαρά μ' είχε αφήσει από παιδί ακόμα και κίνησε το δρόμο της χώρια. Στα 18 μου πέθανε παραμονή Χριστουγέννων η γιαγιά μου η Ελένη κι εμείς κακήν κακώς τα μαζέψαμε τα στολίδια. Από τότε ο πατέρας μου δε ξανάθελε δέντρο στο σπίτι, ευκαιρία ζήταγε θαρρώ κι η μάνα μου που τα Χριστούγεννα ήταν η γιορτή που έδινε τα ρέστα της, ενώ ποτέ δεν έλεγε ότι της άρεσαν, πάντα στόλιζε το σπίτι γιορτινά, όπως κάνουν οι παλιές νοικοκυρές, με τα σεμεδάκια της, τα κρεμαστά της στεφάνια στη πόρτα για καλή τύχη, τα κρεμμύδια κρεμασμένα στο παράθυρο της κουζίνας πάλι για καλή τύχη του νέου χρόνου και φωτάκια, φωτάκια στο πεύκο, φωτάκια στη πορτοκαλιά, φωτάκια στο μπαλκόνι, φωτιζόταν το κατά τ' άλλα άχρωμο σπίτι, έτσι όπως το χαν φτιάξει και διακοσμήσει.

Πέρσι με πλάκωσε το μαύρο σκοτάδι, απ' όλες τις πλευρές και μέσα μου κι έξω μου  και παντού. Δε γινόταν αλλιώς, οι απώλειες δεν αφήνουν περιθώριο να στολίσεις, εκτός αν έχεις παιδιά στο σπίτι που δε σου φταίνε σε τίποτα να ζουν στη μαυρίλα, αλλά παιδιά σ' αυτό το σπίτι δεν ευτυχίσαμε να δούμε, εκτός από εκείνα των νοικάρηδών μας που μεγάλωσαν στο σπίτι μας κάποτε. Φέτος όμως, εκεί που καθόμουν και κλαιγόμουν με τον εαυτό μου (τι πρόσφορο!), κάτι μέσα μου μ' έκανε ν' αλλάξω στάση. Πήρα μια λεντοταινία που είχα για μικρό δέντρο και τη στόλισα πάνω από το γκαράζ, να ανάβει και να φωτίζει λίγο την αυλή. Μου άρεσε αυτό! Πήγα σήμερα να ψάξω τα φώτα στην αποθήκη, βρήκα μιαν ακόμα σειρά από φώτα που την έβαζε η μάνα μου στο μπαλκόνι και δούλευε! Τη πήρα και έφαγα δυο ώρες να τη περάσω στα κάγκελα, αλλά το κανα κι αυτό να δώσω λίγο λάμψη, να μη ζω στο μαύρο, μέρες που έρχονται.

Προχθές πήγα στο σούπερ μάρκετ και εκεί που έψαχνα να βρω τα τρόφιμα, έπεσα πάνω στα Χριστουγεννιάτικα! Υπέροχα στολίδια από ξύλο τράβηξαν τη προσοχή μου, ενώ άλλοι πελάτες ήδη ψώνιζαν. Πήρα για τον τοίχο ένα κρεμαστό που γράφει Welcome friends και έχει διακόσμηση φιγούρες των Χριστουγέννων και τρία μικρά ξύλινα δεντράκια που τα έβαλα πάνω στο καλό τραπέζι που δε κάθεται πια κανείς, αλλά είπα πως έτσι θα κάνω φέτος το σπίτι, λίγο πιο γιορτινό, λίγο πιο χαρούμενο, για μένα πια... Εκεί που έψαχνα να βρω τα φώτα στην αποθήκη, ήταν και το στεφάνι που κρέμαγε η μάνα μου με κάθε μεγαλοπρέπεια στην είσοδο. Η χρονιά που έγραφε πάνω του ήταν το 2015, τελευταία φορά που έκαναν στην Αθήνα γιορτές οι γονείς. Μετά κενό, εκείνοι αλλού κι εγώ μέσα σε μπερδεμένες καταστάσεις και ανατροπές στη ζωή μου, έκανα φέτος κάτι πια για μένα...

Πρωί Σαββάτου, 1η Δεκέμβρη και σηκώθηκα ψιλοσκουντούφλα, να δω τι καιρό κάνει έξω και για να κάνω δουλειές του σπιτιού που χρειαζόμουν να τις κάνω. Σκούπισμα, πλυντήριο, άπλωμα, στόλισμα στο μπαλκόνι, μεσημεριανό φαγάκι, λίγη ξεκούραση, μαγείρεμα για να το βρω μπροστά μου για το γραφείο και να η κυκλοθυμία παρούσα καθώς νύχτωσε, καθώς πήρα τη μάνα μου να τη ρωτήσω μια μαγειρική συμβουλή και από πίσω ο πατέρας μου γκρίνιαζε ως συνήθως. Τι... ποιος είναι??? Αμάν βρε παιδιά, μια ερώτηση θέλω να κάνω και μου βγάζετε τη ψυχή, η σχεδόν μόνιμη επωδός μου σε τέτοιου είδους επικοινωνίες μαζί τους. Όταν δεν αντέχεις τη κακή διάθεση για εκατομμυριοστή φορά και θες απλά να μαγειρέψεις, γιατί η κυκλοθυμία σου σε βαραίνει απίστευτα και αρχίζεις και κάνεις σκέψεις απαισιόδοξες πάλι, δύσκολες που φανερώνουν έλλειψη κι όχι γαλήνη μέσα σου. Με μια τόσο δα αφορμή, είναι αρκετό να ξεπηδήσει πάλι ο Τάνταλος μέσα σου, που το πρωί σήκωνε τη Γη για να την ανεβάσει στη κορφή ενός βουνού σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία και το βράδυ μόλις το κατάφερνε να τη φτάσει στη κορυφή, κατρακυλούσε πάλι στη βάση του βουνού και ξανάρχιζε το μαρτύριο.

"Αν ήσουνα αγάπη δεν θα σ' άφηνα..." κολλάει πάλι το μυαλό στο ομώνυμο τραγούδι της Παπαρίζου και είσαι έτοιμη να πάρεις το μαστίγιο μέσα σου ν' αρχίσεις το αυτομαστίγωμα, γιατί κάπως πρέπει να τιμωρηθείς ψυχικά που σε βαραίνουν αυτές οι καταστάσεις. Εμ πως, δεν γίνεται αλλιώς, έτσι ξέρεις να κάνεις. Δε μιλάς, δε ξεσπάς, αλλά μέσα σου, ηφαίστειο, μπουρλώτο, τσουνάμι, να τα γαμήσεις όλα θες, να ησυχάσεις. Αφήνεις το φαΐ να κρυώσει στη κουζίνα και τρέχεις να κάτσεις να γράψεις τι σου κυκλώνει το μυαλό, γιατί αλλιώς θα παραμιλάς όλο το βράδυ στον εαυτό σου, γιατί αυτά τα γαμημένα Σαββατόβραδα, είναι τα πιο δύσκολα να περάσουν, ειδικά όταν σε πιάνει το δικό σου το "αφήστε με στη μοναξιά μου, όλα μου φταίνε". Άλλα σου φταίνε κούκλα μου, μ' αυτούς που έχεις μπλέξει, όχι εσύ, τι στο κόρακα...!

Κοιτάς έξω στο μπαλκόνι και σ' αρέσει που κάτι φωτάκια στο βάθος κάνουν το παιχνίδι τους. Μέσα στο βαθύ σκοτάδι, η νύχτα παίρνει χρώμα, το μαύρο έχει και μικρά λεντάκια που ανάβουν ρυθμικά, για έναν μήνα ακόμα και κάτι μέρες και σπάνε τη μονοτονία του κρύου καιρού το καταχείμωνο. Φέτος τα κατάφερες και τα έβαλες τα φώτα, κινητοποιήθηκες. Στόλισες κι όσο πατάει η γάτα το χώρο σου, πάλι καλά! Το ξεπέτσιασμα να δω πότε θα πάψεις να το κάνεις, κάθε φορά που σε βαραίνει η στεναχώρια και το μυαλό σου γυρίζει στα περασμένα, γιατί μόνον αυτά ξέρεις κι έχεις να θυμάσαι. Το πρωί που ξυπνάς συνέρχεσαι λες, ξεκινάς πάλι τον αγώνα, μέρα με τη μέρα κι ο χρόνος κυλάει αδυσώπητα, αδιαμαρτύρητα κι εσύ προσπαθείς να τον παρατηρείς, για να προλάβεις ν' αντιδράσεις, νομίζεις ε?

Αν ο Τάνταλος ζούσε στις μέρες μας, είμαι σίγουρη πως έχω πάρει τις καταβολές του, δεν εξηγείται διαφορετικά κάθε που βραδυάζει...

(c) Marialena, 01.12.2018

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2018

Η παρείσακτη


«Γιατί δεν παντρεύεται? Τι θα τα κάνει τόσα σπίτια?»
Αυτά έλεγαν στη γειτονιά καλοθελητές που προτιμούσαν να μένουν στη σκιά και να κουτσομπολεύουν πίσω από τη πλάτη της. Μόνη σ’ ένα μεγάλο σπίτι για έναν άνθρωπο, άντε να την έβλεπες να μπαίνει και να βγαίνει καμιά φορά, ή να σκουπίζει την αυλή και να ποτίζει τα φυτά. Μπουγάδα έβαζε δυο φορές το μήνα κι αν δεν την πρόσεχες, ούτε την έβλεπες, ούτε την άκουγες. Γλυκειά γυναίκα, την πρόσεχες στο παράστημα,  δεν έδειχνε την ηλικία της.
Οι γονείς της γέροι πια, έμεναν στο εξοχικό. Είχαν φύγει χρόνια πριν στην εξοχή και ερχόταν να τη δουν μια φορά τον μήνα, όταν κατέβαιναν για δουλειές στη πόλη. Μεγάλοι άνθρωποι με τις παραξενιές τους. Η μάνα της ήταν κυρία, αλλά δεν έκανε εύκολα παρέες στη γειτονιά και ο πατέρας της φωνακλάς και νευρικός. Όχι και οι ευκολότεροι άνθρωποι να συναναστραφείς. Κι η κόρη είχε πάρει από δαύτους, έμπαινε στο σπίτι της και αν της μιλούσε άνθρωπος, του μίλαγε και εκείνη με ευγένεια. Αλλιώς, άντε να έβλεπες ένα φως εκεί που καθόταν τα βράδια σ’ ένα δωμάτιο και τα υπόλοιπα παντζούρια κλειστά. Ήταν κι εκείνη εσωστρεφής, την άκουγες να φωνάζει μόνο αν την νευρίαζε κάποιος στην οικογένεια, η δόλια.
Τα χε φτιάξει μ’ έναν άνθρωπο που τα χανε χρόνια. Ερχόταν την έπαιρνε ή την άφηνε κάποιες Κυριακές που έφευγαν μαζί. Κάποια χρόνια πριν έλειπε τα σαββατοκύριακα. Μετά πάλι πίσω ερχόταν.  Έβλεπαν κι ένα παιδάκι μαζί με τον κύριο, που τώρα είχε μεγαλώσει. Κάποια στιγμή έμειναν μαζί στο σπίτι της, έβλεπες και κάποιον άλλον εκτός από τη κοπέλα σ’ αυτό το μεγάλο σπίτι. Μια δυο φορές τους είδαν οι γείτονες να φτιάχνουν τον κήπο παρέα ή να πλένουν τ’ αμάξι στην αυλή. Εκείνος ερχόταν απ’ τη δουλειά, άναβε τη τηλεόραση στο καθιστικό και δεν τον ξαναέβλεπες, αλλά του άρεσε να έχει τις κουρτίνες ανοιχτές και να βγαίνει στο μπαλκόνι να τη χαιρετάει. Μετά ερχόταν κι εκείνη απ’ τη δουλειά στο σπίτι τα απογεύματα και έκλεινε τις κουρτίνες και τα παραθυρόφυλλα.
Ένα χειμωνιάτικο πρωί λίγο πριν τα Χριστούγεννα, ο άνδρας έφυγε από το σπίτι και δε ξαναγύρισε. Ήλθε κάποιες φορές για λίγο και πάλι έφευγε. Εκείνη κατέβαζε το κεφάλι και κρυβόταν από τον κόσμο. Κάποια στιγμή ήλθε και η μεταφορική και πήρε τα πράγματά του από το σπίτι της. Η κοπέλα έγινε ακόμα πιο αόρατη απ’ ό,τι συνήθως. Οι γονείς της είχαν καιρό να έρθουν σπίτι. Μια μέρα που χε βγει να σκουπίσει, πέρασε μια γειτονοπούλα και της μίλαγε. «Ξέρεις τι λένε για σένα» της είπε, «ο κόσμος λέει διάφορα…». Εκείνη έκανε τη χαρακτηριστική κίνηση της απαξίωσης, αλλά η φίλη της μετέφερε ότι ο κόσμος συζητάει γιατί δεν παντρεύεται και τι θα τα κάνει τα σπίτια, ως η μοναδική κληρονόμος.
Όχι ότι έδινε βάση στα κουτσομπολιά, ο κόσμος μπορεί να λέει ό,τι θέλει άλλωστε και αυτό δεν έχει να κάνει με αλήθειες αναγκαστικά. Ο καθένας μας τον εαυτό του προβάλει μέσα από τους ισχυρισμούς του.  Όμως αυτό το «γιατί δεν παντρεύεται» της έμεινε στο μυαλό. Κακά τα ψέματα, την είχαν αγγίξει εκεί που πονούσε με το θέμα του γάμου και της οικογένειας.
Όλα τα χρόνια που ήταν με αυτόν τον άνθρωπο, έκανε υπομονή. Στην ουσία δεν διεκδικούσε αυτό που επιθυμούσε, για να καλυφθεί συναισθηματικά, αλλά είχε συνηθίσει σ’ έναν τρόπο ζωής, της βόλτας της Κυριακής και μετά ο καθένας σπίτι του.  Όταν έμεναν μαζί στο σπίτι της, δεν πρόλαβαν να χρονίσουν. Από καλοκαίρι σε χειμώνα, την έβλεπες να βγάζει έξω στρώματα και εκείνος να τα καθαρίζει στο μπαλκόνι. Υπήρχαν και φορές που την άκουσαν οι δίπλα να φωνάζει «δεν αντέχω άλλο, κάνε κάτι…» και άλλες να κατεβάζει καντήλια. Και μετά σιωπή, όπως πάντα.
Κανείς από τους κουτσομπόληδες της γειτονιάς δεν είχε αναρωτηθεί γιατί δεν είχε παντρευτεί, τόσο χρονών γυναίκα. Που να ξέρουν, ότι αυτό που ποθούσε να ζήσει με τον άνθρωπό της, έμοιαζε μ’ όνειρο μακρινό και απλησίαστο από ένα σημείο κι ύστερα. Ότι ματαιωνόταν και ως άνθρωπος και ως γυναίκα που αρκούταν στα λίγα αφού η ωρίμανση στη σχέση της δεν ερχόταν, όσα χρόνια κι αν περνούσαν.
Δε ζήλευε τους άλλους που είχαν κάνει τις επιλογές στη ζωή τους. Αλλά μέσα της την έπιανε ένα κρυφό παράπονο. που για να την αγαπάει ο σύντροφός της, εκείνη έμενε σε μια σχέση δίχως αύριο, ανολοκλήρωτη. Όπως της είπε κι ένας φίλος του κάποτε: «εσένα σου αρέσουν τα αντισυμβατικά, δεν θες να κάνεις οικογένεια». Έτσι πίστευε ή έτσι ήθελε να πιστεύει με τις εντυπώσεις που είχε από τον κολλητό του. Που να ξερε ότι μαράζωνε, ματαιωνόταν μέσα της, αλλά για να μην χαλάσει την αγάπη που είχε για τον άνθρωπό της, προτιμούσε να απαξιώνεται παρά να διεκδικεί το δικαίωμά της στις προσωπικές επιλογές. Ήταν και χρόνια πια μαζί κι εκείνη υπέμενε, απλά υπέμενε στωϊκά κι ανυπολόγιστα, αφού τον αγαπούσε.
Ώσπου τα έφερε έτσι η ζωή που έμεινε ξανά μονάχη σ’ αυτό το μεγάλο σπίτι. Έβλεπες να χει αναμμένο φως μέχρι τις δυο τη νύχτα συχνά και μετά να βυθίζεται το σπίτι στο σκοτάδι.  Ή άντε ν’ άκουγες καμιά μουσική που έβαζε άμα καθόταν στο δωμάτιο που και που, τίποτε παραπάνω. Δεν ήθελε να ενοχλεί ούτε τη σκιά της σ’ αυτό το σπίτι. Με το ζόρι κατέβαινε ν’ ασχοληθεί με τον κήπο και μια φορά την εβδομάδα καθάριζε τους εξωτερικούς  χώρους του σπιτιού.  Καμιά φορά την έβλεπες να φεύγει μια Κυριακή κι άλλες φορές να γυρίζει αργότερα τα βράδια. Άντε να την πετύχαινες με ψώνια στα χέρια απ’ το σούπερ μάρκετ και αυτό όχι συχνά.
Μια γυναίκα μόνη, χωρίς συγγενείς να διαφαίνονται στον ορίζοντα, αφού δεν παντρεύεται, τι θα τα κάνει τόσα σπίτια? Δεν θα τα πάρει μαζί της αγάπες μου, να στε σίγουροι. Όλα εδώ μένουν κι η ψυχή όταν φεύγει, λυτρώνεται απ’ όλα τα γήινα. Η μάνα της έλεγε ότι νέα γυναίκα είναι ακόμη, μην απελπίζεται. «Δεν σε πήραν και τα χρόνια» της έλεγε, «μην σε παίρνει από κάτω…». Λες και η καρδιά είναι πανδοχείο που ανοίγει και κλείνει σύμφωνα με τις κρατήσεις! Ο πατέρας της από την άλλη, έλεγε πως υπάρχουν άνθρωποι μέσης ηλικίας που θέλουν μια γυναίκα να τους γηροκομήσει και εκείνη έφριττε. Σαν τις Σουλιώτισσες να έπεφτε από το βράχο για να θυσιαστεί, μην τη πιάσουν οι Τουρκαλάδες αιχμάλωτη, έτσι ένιωθε!  Η αγάπη παύει να ναι αγάπη. όταν πονάει, όταν καταβαραθρώνει.
Κοιτάτε εσείς τα σπιτάκια σας και τις ζωούλες σας τις καλές, τις κακές και αδιάφορες και αφήστε το τι κάνει ο καθένας. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει το σταυρό που κουβαλάει ο συνάνθρωπος, ούτε παίζει με την ευτυχία των άλλων, λες και είναι δεδομένη.  Αλλά τι ψάχνεις να βρεις, θα μου πείτε, πίσω απ’ τις κλειστές τις πόρτες?

© Marialena, 24/03/2018

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2018

Καληνύχτα και καλή τύχη!


Η νευρικότητα την είχε κυριεύσει. Ήταν σχεδόν μονίμως σε υπερδιέγερση ή κατατονία. Όταν δεν έκανε απονεννοημένα κινήσεις για να ξεπεράσει τον εαυτό της, θυσιαζόμενη υπέρ ποιου θεού ούτε η ίδια ήξερε, βυθιζόταν σε μια κατάσταση που τη ρουφούσε και την έκανε είτε να μένει καθηλωμένη μέσα σε τέσσερις τοίχους, είτε να θέλει να ξεπεράσει τα όριά της μέσα από τις διάφορες συναναστροφές της.
Όμως μέσα της θρηνούσε, μετρούσε το κενό που της είχε αφήσει η κατάληξη μιας ατελέσφορης σχέσης. Μιας αγάπης που έγινε πόνος και ωδύνη στη ψυχή και την είχε κάνει να κλειστεί στον εαυτό της. Κάθε τι που επιχειρούσε να κάνει, το έβλεπε σαν βάρος ,από το πιο απλό ως το πιο μεγάλο ζήτημα που προέκυπτε. Το περιβάλλον δεν ήταν υποστηρικτικό, αντίθετα την πυροδοτούσε να αντιδρά στη παραμικρή πίεση εκ μέρους τους. Η ματαίωση ήταν πανταχού παρούσα και η ίδια ήθελε μονάχα ένα πράγμα:
Ήθελε να κούρνιαζε ξανά στην αγκαλιά που πίστευε ότι ήταν δική της, ήθελε να τον πάρει αγκαλιά ενώ κοιμόταν και να τον φιλά τρυφερά στη πλάτη, να τον μυρίζει στο λαιμό του, να νιώθει το χέρι του να την αγκαλιάζει λίγο πριν σβήσουν ο ένας δίπλα στον άλλον. Ήθελε να ναι ο άνθρωπός του, εκείνη που θα ζούσαν μαζί ως τα βαθιά τους γεράματα έχοντας δικά τους όσα τους έδεναν κι όσα είχαν ζήσει.
Ήθελε να πει «δόξα τω Θεώ, καλά είμαι» γιατί δεν έκανε όνειρα τρελά, ούτε είχε παράλογες απαιτήσεις απ’ τη ζωή της, μόνο και μόνο ότι κάθε μέρα ξυπνούσε και κοιμόταν, συχνά της αρκούσε, της έφτανε για να ναι ευγνώμων. Είχε εκπαιδεύσει να αρκείται στα λίγα, γιατί φοβόταν τα πολλά, την έπνιγαν τα περιττά κι ακαταλόγιστα και στο τέλος ξέμεινε με το τίποτα.  Και πορευόταν με το τίποτα, τιμωρώντας τον εαυτό της γι’ αυτό.
Τα σενάρια που έπλεκε στο μυαλό της, αποκαρδιωτικά και μαύρα. Φοβόταν ότι ήταν καμένο χαρτί, πως ό,τι κι αν έκανε θα την κατάπινε η ρουφιάνα η ζωή πίνοντας το αίμα της ζωντανή. Έτσι αντιμετώπιζε τους αγώνες που έδινε καθημερινά. Ή ταν ή επί τας, τίποτε λιγότερο. Νυν υπέρ πάντων ο αγών, ο αγώνας για το δικαίωμα να υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο, όχι καταδικασμένη από μια μοίρα που δεν είχε διαλέξει ή της άξιζε. Σάμπως κάπως έτσι δεν τη πατάμε όλοι?
Είχε περάσει τις προηγούμενες ημέρες σε υπερδιέγερση. Τα μέσα της είχαν αγγιχτεί πάλι από απαιτήσεις της οικογένειας προς εκείνη, ενώ αυτή ανθίστατο. Δεν άντεχε πια να είναι εκεί για τους άλλους, όταν οι άλλοι την είχαν πουλήσει αντί πινακίου φακής. Δεν έβρισκε το νόημα πια ή καλύτερα πονούσε πολύ ακόμα μέσα της, για να αφεθεί ν’ εμπιστευθεί κάποιον φίλα προσκείμενο απέναντί της. Σαν τον Τάνταλο, έτρωγε τις σάρκες της και περίμενε να ξαναγεννηθούν, ενώ σε πρώτη ευκαιρία πάλι θα τις θυσίαζε στο βωμό της αυτοθυσίας ή της παραίτησης.
Την ενοχλούσαν οι μικροεγωϊσμοί, οι μικροπρέπειες, οι μικρότητες, κάθε τι που πήγαζε από την ανάγκη των ανθρώπων να πατήσουν επί πτωμάτων για να προκριθούν. Τα ψέματα και η υποκρισία, η αναλγησία και η απονιά. Όλα την ενοχλούσαν και ο άκρατος συναισθηματισμός και η έλλειψη τακτ, το πολύ και το λίγο, το τίποτα και το μηδέν, όλα την ενοχλούσαν. Μάλλον ήθελε να ξεφύγει από το ανίερο παιχνίδι του μυαλού της και δεν ταίριαζε πια πουθενά σε ό,τι ήξερε και όσα γνώριζε ως τώρα.
Αυτή τη νύχτα ένιωθε σαν να είχε περάσει από πάνω της μια καταιγίδα που την είχε αφήσει εξουθενωμένη. Με την έγερσή της την επόμενη ημέρα, θα έμπαινε στην αρένα της ζωής ζωσμένη με τη πανοπλία της με τα βόλια να την έχουν κατατρυπήσει, για να συνεχίσει να δίνει τους δικούς της τους αγώνες. Τα μάτια της έκλειναν και ένιωθε κατάκοπη. Όλα αυτά γιατί? Αναρωτιόταν. «Γιατί βρε καλό μου, ε, γιατί…?» αλλά απάντηση δεν έπαιρνε από τον εαυτό της. Μόνον ένα μικρό θυμωμένο πλασματάκι την κοιτούσε με μάτια παιδικά και τα χείλη του σφιγμένα για να της θυμίζει πως νιώθει μέσα στο απέραντο κενό της.
I believe in love to be the center of all things, I believe in love to be the way… Αυτό το τραγούδι τραγουδούσε μέσα της, ενώ σκεφτόταν πόσο πνιγόταν με όσα περνούσαν απ’ το μυαλό της κι ένιωθε βαθιά μέσα της. Το κέρατό μου το τράγιο, έλεγε μέσα στις σιωπές της, εκεί που έσφιγγε κι εκείνη στη πραγματικότητά της τα χείλη και η καρδιά της σφιγγόταν απ’ τη στεναχώρια. Παγιδευμένη ανάμεσα σε δυο κόσμους, της αγάπης που χε νιώσει κι έζησε και του τιμωρητικού αναχωρητισμού που είχε εισέλθει πενθώντας για το τέλος της σχέσης της , για την ασφυξία που αισθανόταν, για την άδικη μεταχείριση που έκανε στη ψυχή της, που πάλευε τραυματισμένη ν’ ανταπεξέλθει στα ζητούμενα της κάθε μέρας, τα μάτια σφάλιζαν βαριά καθώς έπεφτε στο μαξιλάρι κουλουριασμένη για να κοιμηθεί. Κάποιες φορές έπαιρνε το λούτρινο που χε δίπλα στο προσκεφάλι της, άλλες έβαζε τα χέρια της σαν αγκαλιά, για να αποκοιμηθεί, αφού κανείς πια δεν την νανούριζε, δεν την πείραζε, δεν τη φιλούσε για καληνύχτα. Κι η νύχτα ήταν πάντα εκεί, για να την υποδεχτεί, πονεμένη και να την πάρει απ’ το χέρι για να τη φέρει για μιαν ακόμη φορά, μπροστά στην επόμενη μέρα.
Κι η νύχτα πάντα τη περίμενε να υποκύψει στις μύχιες σκέψεις της και ν’ αφήσει τον αναστεναγμό της παρακαταθήκη για να αφεθεί να παραδώσει το κορμί της στον Μορφέα…
© Marialena, 27.04.2018
(Ω θεοί του Ολύμπου, δε πήρατε ακόμα το μερίδιο της θυσίας της ζωής μου ολάκερης?)

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

Οκτώβρης

Εγώ, το παιδί της Άνοιξης, αγάπησα τον Οκτώβρη, όπως αγάπησα εσένα, έλλειμμά μου, αλλοτινέ μου έρωτα. Γινάτι μου.

Αυτός ο γλυκός μήνας που στέκει ανάμεσα στο πριν και το μετά, κυριολεκτικά στη ζωή μου, όπως και στις εποχές, πριν το μικρό καλοκαιράκι, μετά λίγο πριν τον χειμώνα, ήλθε και έφερε στο μεσουράνημά του, μια μέρα που για μένα σήμαινε γιορτή κι υπόσχεση. Ήταν η 14 Οκτωβρίου αυτή η μέρα κι από το 2009 (σκέψου πόσος καιρός πάει, σχεδόν 10 χρόνια πια...), ήταν η μέρα της επετείου μου, της επετείου μας, η δική μας μέρα που γιορτάζαμε τον έρωτά μας.

Πάντα με τον φόβο στη καρδιά ζούσα, ακόμα κι όταν τον άφησα πίσω προς όφελος της προσμονής και της συναισθηματικής επένδυσης που έφεραν τα χρόνια της συμπόρευσης και οι υποσχέσεις σου ότι η ζωή μας θα έβαινε να σμίξει μετά από τόσο καιρό. Τότε ο φόβος της ασυμβατότητας έγινε επιλογή και μοίρα πως όταν θες κάτι, μπορείς να το καταφέρεις, μπορείς να φτάσεις ως εκεί που ονειρεύεσαι μαζί μ' εκείνον που στο ενέπνευσε, νόμιζες.

Κι ύστερα η πτώση του Ικάρου απ' τον ουρανό, το κάψιμο των κέρινων φτερών και η καταβαράθρωση. Ο αλκοολισμός σου που ισοπέδωσε τα πάντα, η έλλειψη σεβασμού στον εαυτό σου και σε μένα, ο αργός θάνατός σου ζωντανός και η έξοδος απ' τον Παράδεισο, που είχε πια μετατραπεί σε Κόλαση.

Φτου ξελευτερία, φτου και βγαίνω. Μετράω πια τις μέρες, τις εποχές, τις γιορτές, τις αφορμές και τις αιτίες χωρίς εσένα. Το μυαλό γυρίζει πίσω αναγκαστικά σε αυτή τη περίοδο του μετά και του πριν, σε πράγματα που ήταν οικεία, που είχαν δημιουργηθεί προσλαμβάνουσες, που είχαμε στιγμές και εμπειρίες που τις σηματοδούσαν. Θυμάσαι κάθε 14 του Οκτώβρη που έφερνες τούρτα στο σπίτι και ανάβαμε ένα κερί μαζί μ' ευχή, δική μας, προσωπική μας, ο καθένας έλεγε τις επιθυμίες του και εγώ το φοβισμένο πλάσμα, άρχισα να ξεθαρρεύω, να διεκδικώ, να ζητώ, πολλές φορές εις μάτην μπροστά από τον τοίχο που χες υψώσει στο να με κάνεις ευτυχισμένη, χάριν σε σένα, με την αγάπη σου κι εγώ με το άφημά μου, με τη δοτικότητά μου και τελικά με τη θυσία του Εγώ μου για σένα, γιατί έτσι νόμιζα ότι έκανα το σωστό, ότι έκανα το καλό, ότι έτσι κρατούσα την αγάπη μας ζωντανή. Μα πλανιόμουν, παραμυθιαζόμουν σε κάτι που ήδη είχε αρχίσει να σβήνει και να χάνεται, ω καημένη μου ζωή!

Θυμάσαι που για μας ήταν κάτι το ξεχωριστό αυτή η μέρα. Ήταν τότε που πρωτοσυναντηθήκαμε μετά από ένα σύντομο φλερτ, για πρώτη φορά, εσύ μ' ένα ριγέ πουκαμισάκι λευκό γαλάζιο, ένα μελαχροινό αγόρι με ευγενικούς τρόπους και γλυκό χαμόγελο, κι εγώ η ζουμπουρλού με το ροδακινί μπλουζάκι που το χω ακόμα κρατημένο, που πήγαμε για καφέ για να γνωριστούμε. Μιλήσαμε με χιούμορ και συστολή κι ευγένεια, μα δε σου κρύβω με κέρδισες κι ας μην ήταν όλα ρόδινα και αναμενόμενα. Δυο νέοι άνθρωποι ήμασταν, με την επιθυμία να συναντηθούμε, να μοιραστούμε πράγματα κοινά και να γνωρίσουμε ο ένας στον άλλον τον κόσμο του. Εν αρχή ειν' το Χάος κατά τον Ησίοδο και εμείς γιατί ν' αποτελούμε εξαίρεση? Μου χες πει ότι δυο μέρες πριν είχες γενέθλια στις 12 και εγώ είχα ακριβώς έξι μήνες μετά, στις 12 τ' Απρίλη, ακριβώς απέναντι, για σκέψου.

Και μ' άρεσε που ήσουν γλυκός και ήρεμος άνθρωπος, άσχετα που δεν έβλεπα αυτά που ήθελα, νωρίς έλεγα είναι ακόμα, έβλεπα όμως άλλα που με τραβούσαν σε σένα, που να ξερα! Τυφλώνει ο έρωτας, αυτή η αίσθηση που σε τυλίγει όταν κάποιος δείχνει ότι του αρέσεις. Και σου άρεσα, ακόμα σου αρέσω, (ίσως σαν απωθημένο), αλλά δεν έφτανε αυτό, ποτέ δεν έφτανε. Σου άρεσα για το μυαλό και το κορμί μου και αυτή την κινητοποιό δύναμη που έφερνα στη ζωή σου που χε βαλτώσει και πάλι που να ξερα τι έκρυβε, το όμορφο αυτό αγόρι στη ψυχή του! Χριστέ μου.

Θυμάσαι που ήρθε η πρώτη φορά που γιορτάσαμε μαζί τα γενέθλιά σου και μετά την επέτειό μας με την τουρτίτσα απ' το ζαχαροπλαστείο και το κόκκινο τριαντάφυλλο, που έφερνες όσο ήθελες να με κατακτήσεις? Θυμάσαι που τραβούσαμε φωτογραφίες που τις έχω ακόμα, εσύ κι εγώ κάθε 14 του Οκτώβρη. Και στις αρχές ήταν έρωτας, μετά αμηχανία, μετά αγάπη και μετά για μένα ακόμα πιο βαθιά αγάπη με έναν έρωτα να περιμένει να συναντήσει τον δικό σου, εκεί που τον είχες κρύψει πνιγμένος στα προβλήματά σου και περίμενα η Πηνελόπη, περίμενα... μάταια πια.

Θυμάσαι που τα δωράκια μας ήταν μικρά, αλλά τα δίναμε σαν παιδιά ο ένας στον άλλον? Κι όταν οι θυσίες έγιναν μεγάλες, πολύ μεγαλύτερες απ' την αγάπη μας, θυμάσαι που αρχίσαμε να γονατίζουμε? Σκέφτεσαι άραγε τι έκανες και φτάσαμε στο γκρεμό? Τι έκανα κι εγώ μέσα στην απόγνωσή μου? Θυμάσαι τη τελευταία φορά που μου κανες έρωτα, πραγματικό έρωτα πόσα χρόνια πριν, εσύ κι εγώ μαζί αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι μας, εγώ να σου μιλώ τρυφερά, να σ' αγγίζω απαλά όπως μ' άρεσε και εσύ, να μου δίνεις ένα κομμάτι από σένα κάθε φορά, κάνοντάς με να λάμπω, όπως μου λεγες μετά? Κι ύστερα να γαληνεύουμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου?

Λυπάμαι πολύ που δε φέρνω στο νου μου τη τελευταία μας 14 Οκτωβρίου. Σκοτάδι σκεπάζει τη μνήμη μου, συγχώρεσέ με... Μαζί μέναμε, σου χα πάρει δώρο ένα έμβλημα για τη μηχανή σου ίδιο με την ηλικία σου, στο προσέφερα και στο κόλλησα στον ανεμοθώρακα και βγάλαμε φωτογραφίες με σένα δίπλα φορώντας ένα άσπρο μπλουζάκι. Εσύ τις έχεις κρατημένες, όχι εγώ. Εγώ δεν ήμουν πουθενά εκεί. Εσένα ήθελα να βγάλω, να θυμάσαι. Εγώ είχα χαθεί μέσα στο πόνο του θανάτου του μικρού αδελφού λίγους μήνες πριν, του πέπλου του θανάτου που χε έρθει ανέλπιστα στη ζωή μας και αν δεν ήσουν εκεί, εγώ χανόμουν, όπως χανόμουν και μετά που έφυγες τόσο βίαια από τη ζωή μου. Σου ζητούσα μια ζεστή αγκαλιά να κουρνιάσω, να νιώσω ότι μπορείς να με κρατήσεις, μπορώ να νιώσω τη ζεστασιά σου, το νοιάξιμό σου, τη παρηγοριά σου, μα το ποτό σε είχε κερδίσει για τα καλά ξανά, ίσως και πάντα, όπως φαίνεται και οι αγκαλιές δεν ήταν πια ζεστές και αγαπουδερές, ούτε τα σώματά μας ζητούσαν το ένα το άλλο πια, ψυγείο εγώ, σε άμυνα κι εσύ ο αδιάφορος καμπόσος. Έφευγα κι έπινες, γύριζα και σ' έβρισκα τέζα. Αυτή ήταν η ζωή μας, μαζί με υπεκφυγές και δικαιολογίες και ψέματα, πολλά ψέματα που ξεπήδησαν απ' το σεντούκι σαν παγιδευμένα φαντάσματα που σε κυνηγούσαν απ' το παρελθόν. Ακόμα αυτά τα ψέματα σε παρηγορούν, ρίχνοντας το φταίξιμο στον άλλον κάθε φορά, όχι σε σένα, εσύ είσαι μια χαρά παλιάτσος που αναγεννιέσαι απ' τις στάχτες σου!

Γι' αυτό και δε θυμάμαι τι κάναμε πέρσι, τέτοια μέρα μαζί, αν πήρες γλυκάκι όπως παλιά, ή μείναμε περιτριγυρισμένοι στις συμφορές μας, στη κάθοδο προς τον Καιάδα. Δε θυμάμαι άλλο πια, συγχώρεσέ με. Θέλω μονάχα να τ' αφήσω πίσω μου, όσο κι αν έχουν μείνει μέσα μου αυτά τα κομμάτια της δικής μας ιστορίας, τώρα πια μόνο δικά σου και δικά μου σαν μνήμες και προσωπικές ιστορίες ανομολόγητες, που θα τις κουβαλάμε πάντα, στο πέρασμα του χρόνου με τη πατίνα που μοιραία θ' αποκτήσουν. όταν οι λεπτομέρειες πάψουν πια να ναι σημαντικές. ...
Ε Αγάπη μου? (πότε τ' άκουσες για τελευταία φορά και πότε θα το ξανακούσεις από χείλη ανθρώπου που σ' αγάπησε πολύ, πες μου...)



Αφού δε μιλάμε πια, δε μιλάμε...

(...και τι να πούμε πια, αφού η ζωή είναι αλλού, εκεί που ο καθένας μας αφήνεται να την κοιτά στα μάτια. Κι αυτό πίστεψέ με, είναι καλό πράγμα, αρκεί να βλέπει αυτό που τον πάει παρακάτω, όπου κι όπως κι αν είναι στραμμένη η ματιά, μη τη λήθη να χει το δικό της το μερίδιο, μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου).

(c) Marialena, 14.10.2018