Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2018

Κάποτε ήμουν ο Τάνταλος...

1η Δεκέμβρη σήμερα. Μπήκαμε στο τελευταίο μήνα του χρόνου, για σκέψου! Κάποτε η έλευση των γιορτών με γέμιζε με συναισθήματα θλίψης, έλλειψης χαράς, το στρες των εορτών που το λένε. Η χαρά μ' είχε αφήσει από παιδί ακόμα και κίνησε το δρόμο της χώρια. Στα 18 μου πέθανε παραμονή Χριστουγέννων η γιαγιά μου η Ελένη κι εμείς κακήν κακώς τα μαζέψαμε τα στολίδια. Από τότε ο πατέρας μου δε ξανάθελε δέντρο στο σπίτι, ευκαιρία ζήταγε θαρρώ κι η μάνα μου που τα Χριστούγεννα ήταν η γιορτή που έδινε τα ρέστα της, ενώ ποτέ δεν έλεγε ότι της άρεσαν, πάντα στόλιζε το σπίτι γιορτινά, όπως κάνουν οι παλιές νοικοκυρές, με τα σεμεδάκια της, τα κρεμαστά της στεφάνια στη πόρτα για καλή τύχη, τα κρεμμύδια κρεμασμένα στο παράθυρο της κουζίνας πάλι για καλή τύχη του νέου χρόνου και φωτάκια, φωτάκια στο πεύκο, φωτάκια στη πορτοκαλιά, φωτάκια στο μπαλκόνι, φωτιζόταν το κατά τ' άλλα άχρωμο σπίτι, έτσι όπως το χαν φτιάξει και διακοσμήσει.

Πέρσι με πλάκωσε το μαύρο σκοτάδι, απ' όλες τις πλευρές και μέσα μου κι έξω μου  και παντού. Δε γινόταν αλλιώς, οι απώλειες δεν αφήνουν περιθώριο να στολίσεις, εκτός αν έχεις παιδιά στο σπίτι που δε σου φταίνε σε τίποτα να ζουν στη μαυρίλα, αλλά παιδιά σ' αυτό το σπίτι δεν ευτυχίσαμε να δούμε, εκτός από εκείνα των νοικάρηδών μας που μεγάλωσαν στο σπίτι μας κάποτε. Φέτος όμως, εκεί που καθόμουν και κλαιγόμουν με τον εαυτό μου (τι πρόσφορο!), κάτι μέσα μου μ' έκανε ν' αλλάξω στάση. Πήρα μια λεντοταινία που είχα για μικρό δέντρο και τη στόλισα πάνω από το γκαράζ, να ανάβει και να φωτίζει λίγο την αυλή. Μου άρεσε αυτό! Πήγα σήμερα να ψάξω τα φώτα στην αποθήκη, βρήκα μιαν ακόμα σειρά από φώτα που την έβαζε η μάνα μου στο μπαλκόνι και δούλευε! Τη πήρα και έφαγα δυο ώρες να τη περάσω στα κάγκελα, αλλά το κανα κι αυτό να δώσω λίγο λάμψη, να μη ζω στο μαύρο, μέρες που έρχονται.

Προχθές πήγα στο σούπερ μάρκετ και εκεί που έψαχνα να βρω τα τρόφιμα, έπεσα πάνω στα Χριστουγεννιάτικα! Υπέροχα στολίδια από ξύλο τράβηξαν τη προσοχή μου, ενώ άλλοι πελάτες ήδη ψώνιζαν. Πήρα για τον τοίχο ένα κρεμαστό που γράφει Welcome friends και έχει διακόσμηση φιγούρες των Χριστουγέννων και τρία μικρά ξύλινα δεντράκια που τα έβαλα πάνω στο καλό τραπέζι που δε κάθεται πια κανείς, αλλά είπα πως έτσι θα κάνω φέτος το σπίτι, λίγο πιο γιορτινό, λίγο πιο χαρούμενο, για μένα πια... Εκεί που έψαχνα να βρω τα φώτα στην αποθήκη, ήταν και το στεφάνι που κρέμαγε η μάνα μου με κάθε μεγαλοπρέπεια στην είσοδο. Η χρονιά που έγραφε πάνω του ήταν το 2015, τελευταία φορά που έκαναν στην Αθήνα γιορτές οι γονείς. Μετά κενό, εκείνοι αλλού κι εγώ μέσα σε μπερδεμένες καταστάσεις και ανατροπές στη ζωή μου, έκανα φέτος κάτι πια για μένα...

Πρωί Σαββάτου, 1η Δεκέμβρη και σηκώθηκα ψιλοσκουντούφλα, να δω τι καιρό κάνει έξω και για να κάνω δουλειές του σπιτιού που χρειαζόμουν να τις κάνω. Σκούπισμα, πλυντήριο, άπλωμα, στόλισμα στο μπαλκόνι, μεσημεριανό φαγάκι, λίγη ξεκούραση, μαγείρεμα για να το βρω μπροστά μου για το γραφείο και να η κυκλοθυμία παρούσα καθώς νύχτωσε, καθώς πήρα τη μάνα μου να τη ρωτήσω μια μαγειρική συμβουλή και από πίσω ο πατέρας μου γκρίνιαζε ως συνήθως. Τι... ποιος είναι??? Αμάν βρε παιδιά, μια ερώτηση θέλω να κάνω και μου βγάζετε τη ψυχή, η σχεδόν μόνιμη επωδός μου σε τέτοιου είδους επικοινωνίες μαζί τους. Όταν δεν αντέχεις τη κακή διάθεση για εκατομμυριοστή φορά και θες απλά να μαγειρέψεις, γιατί η κυκλοθυμία σου σε βαραίνει απίστευτα και αρχίζεις και κάνεις σκέψεις απαισιόδοξες πάλι, δύσκολες που φανερώνουν έλλειψη κι όχι γαλήνη μέσα σου. Με μια τόσο δα αφορμή, είναι αρκετό να ξεπηδήσει πάλι ο Τάνταλος μέσα σου, που το πρωί σήκωνε τη Γη για να την ανεβάσει στη κορφή ενός βουνού σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία και το βράδυ μόλις το κατάφερνε να τη φτάσει στη κορυφή, κατρακυλούσε πάλι στη βάση του βουνού και ξανάρχιζε το μαρτύριο.

"Αν ήσουνα αγάπη δεν θα σ' άφηνα..." κολλάει πάλι το μυαλό στο ομώνυμο τραγούδι της Παπαρίζου και είσαι έτοιμη να πάρεις το μαστίγιο μέσα σου ν' αρχίσεις το αυτομαστίγωμα, γιατί κάπως πρέπει να τιμωρηθείς ψυχικά που σε βαραίνουν αυτές οι καταστάσεις. Εμ πως, δεν γίνεται αλλιώς, έτσι ξέρεις να κάνεις. Δε μιλάς, δε ξεσπάς, αλλά μέσα σου, ηφαίστειο, μπουρλώτο, τσουνάμι, να τα γαμήσεις όλα θες, να ησυχάσεις. Αφήνεις το φαΐ να κρυώσει στη κουζίνα και τρέχεις να κάτσεις να γράψεις τι σου κυκλώνει το μυαλό, γιατί αλλιώς θα παραμιλάς όλο το βράδυ στον εαυτό σου, γιατί αυτά τα γαμημένα Σαββατόβραδα, είναι τα πιο δύσκολα να περάσουν, ειδικά όταν σε πιάνει το δικό σου το "αφήστε με στη μοναξιά μου, όλα μου φταίνε". Άλλα σου φταίνε κούκλα μου, μ' αυτούς που έχεις μπλέξει, όχι εσύ, τι στο κόρακα...!

Κοιτάς έξω στο μπαλκόνι και σ' αρέσει που κάτι φωτάκια στο βάθος κάνουν το παιχνίδι τους. Μέσα στο βαθύ σκοτάδι, η νύχτα παίρνει χρώμα, το μαύρο έχει και μικρά λεντάκια που ανάβουν ρυθμικά, για έναν μήνα ακόμα και κάτι μέρες και σπάνε τη μονοτονία του κρύου καιρού το καταχείμωνο. Φέτος τα κατάφερες και τα έβαλες τα φώτα, κινητοποιήθηκες. Στόλισες κι όσο πατάει η γάτα το χώρο σου, πάλι καλά! Το ξεπέτσιασμα να δω πότε θα πάψεις να το κάνεις, κάθε φορά που σε βαραίνει η στεναχώρια και το μυαλό σου γυρίζει στα περασμένα, γιατί μόνον αυτά ξέρεις κι έχεις να θυμάσαι. Το πρωί που ξυπνάς συνέρχεσαι λες, ξεκινάς πάλι τον αγώνα, μέρα με τη μέρα κι ο χρόνος κυλάει αδυσώπητα, αδιαμαρτύρητα κι εσύ προσπαθείς να τον παρατηρείς, για να προλάβεις ν' αντιδράσεις, νομίζεις ε?

Αν ο Τάνταλος ζούσε στις μέρες μας, είμαι σίγουρη πως έχω πάρει τις καταβολές του, δεν εξηγείται διαφορετικά κάθε που βραδυάζει...

(c) Marialena, 01.12.2018

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2018

Η παρείσακτη


«Γιατί δεν παντρεύεται? Τι θα τα κάνει τόσα σπίτια?»
Αυτά έλεγαν στη γειτονιά καλοθελητές που προτιμούσαν να μένουν στη σκιά και να κουτσομπολεύουν πίσω από τη πλάτη της. Μόνη σ’ ένα μεγάλο σπίτι για έναν άνθρωπο, άντε να την έβλεπες να μπαίνει και να βγαίνει καμιά φορά, ή να σκουπίζει την αυλή και να ποτίζει τα φυτά. Μπουγάδα έβαζε δυο φορές το μήνα κι αν δεν την πρόσεχες, ούτε την έβλεπες, ούτε την άκουγες. Γλυκειά γυναίκα, την πρόσεχες στο παράστημα,  δεν έδειχνε την ηλικία της.
Οι γονείς της γέροι πια, έμεναν στο εξοχικό. Είχαν φύγει χρόνια πριν στην εξοχή και ερχόταν να τη δουν μια φορά τον μήνα, όταν κατέβαιναν για δουλειές στη πόλη. Μεγάλοι άνθρωποι με τις παραξενιές τους. Η μάνα της ήταν κυρία, αλλά δεν έκανε εύκολα παρέες στη γειτονιά και ο πατέρας της φωνακλάς και νευρικός. Όχι και οι ευκολότεροι άνθρωποι να συναναστραφείς. Κι η κόρη είχε πάρει από δαύτους, έμπαινε στο σπίτι της και αν της μιλούσε άνθρωπος, του μίλαγε και εκείνη με ευγένεια. Αλλιώς, άντε να έβλεπες ένα φως εκεί που καθόταν τα βράδια σ’ ένα δωμάτιο και τα υπόλοιπα παντζούρια κλειστά. Ήταν κι εκείνη εσωστρεφής, την άκουγες να φωνάζει μόνο αν την νευρίαζε κάποιος στην οικογένεια, η δόλια.
Τα χε φτιάξει μ’ έναν άνθρωπο που τα χανε χρόνια. Ερχόταν την έπαιρνε ή την άφηνε κάποιες Κυριακές που έφευγαν μαζί. Κάποια χρόνια πριν έλειπε τα σαββατοκύριακα. Μετά πάλι πίσω ερχόταν.  Έβλεπαν κι ένα παιδάκι μαζί με τον κύριο, που τώρα είχε μεγαλώσει. Κάποια στιγμή έμειναν μαζί στο σπίτι της, έβλεπες και κάποιον άλλον εκτός από τη κοπέλα σ’ αυτό το μεγάλο σπίτι. Μια δυο φορές τους είδαν οι γείτονες να φτιάχνουν τον κήπο παρέα ή να πλένουν τ’ αμάξι στην αυλή. Εκείνος ερχόταν απ’ τη δουλειά, άναβε τη τηλεόραση στο καθιστικό και δεν τον ξαναέβλεπες, αλλά του άρεσε να έχει τις κουρτίνες ανοιχτές και να βγαίνει στο μπαλκόνι να τη χαιρετάει. Μετά ερχόταν κι εκείνη απ’ τη δουλειά στο σπίτι τα απογεύματα και έκλεινε τις κουρτίνες και τα παραθυρόφυλλα.
Ένα χειμωνιάτικο πρωί λίγο πριν τα Χριστούγεννα, ο άνδρας έφυγε από το σπίτι και δε ξαναγύρισε. Ήλθε κάποιες φορές για λίγο και πάλι έφευγε. Εκείνη κατέβαζε το κεφάλι και κρυβόταν από τον κόσμο. Κάποια στιγμή ήλθε και η μεταφορική και πήρε τα πράγματά του από το σπίτι της. Η κοπέλα έγινε ακόμα πιο αόρατη απ’ ό,τι συνήθως. Οι γονείς της είχαν καιρό να έρθουν σπίτι. Μια μέρα που χε βγει να σκουπίσει, πέρασε μια γειτονοπούλα και της μίλαγε. «Ξέρεις τι λένε για σένα» της είπε, «ο κόσμος λέει διάφορα…». Εκείνη έκανε τη χαρακτηριστική κίνηση της απαξίωσης, αλλά η φίλη της μετέφερε ότι ο κόσμος συζητάει γιατί δεν παντρεύεται και τι θα τα κάνει τα σπίτια, ως η μοναδική κληρονόμος.
Όχι ότι έδινε βάση στα κουτσομπολιά, ο κόσμος μπορεί να λέει ό,τι θέλει άλλωστε και αυτό δεν έχει να κάνει με αλήθειες αναγκαστικά. Ο καθένας μας τον εαυτό του προβάλει μέσα από τους ισχυρισμούς του.  Όμως αυτό το «γιατί δεν παντρεύεται» της έμεινε στο μυαλό. Κακά τα ψέματα, την είχαν αγγίξει εκεί που πονούσε με το θέμα του γάμου και της οικογένειας.
Όλα τα χρόνια που ήταν με αυτόν τον άνθρωπο, έκανε υπομονή. Στην ουσία δεν διεκδικούσε αυτό που επιθυμούσε, για να καλυφθεί συναισθηματικά, αλλά είχε συνηθίσει σ’ έναν τρόπο ζωής, της βόλτας της Κυριακής και μετά ο καθένας σπίτι του.  Όταν έμεναν μαζί στο σπίτι της, δεν πρόλαβαν να χρονίσουν. Από καλοκαίρι σε χειμώνα, την έβλεπες να βγάζει έξω στρώματα και εκείνος να τα καθαρίζει στο μπαλκόνι. Υπήρχαν και φορές που την άκουσαν οι δίπλα να φωνάζει «δεν αντέχω άλλο, κάνε κάτι…» και άλλες να κατεβάζει καντήλια. Και μετά σιωπή, όπως πάντα.
Κανείς από τους κουτσομπόληδες της γειτονιάς δεν είχε αναρωτηθεί γιατί δεν είχε παντρευτεί, τόσο χρονών γυναίκα. Που να ξέρουν, ότι αυτό που ποθούσε να ζήσει με τον άνθρωπό της, έμοιαζε μ’ όνειρο μακρινό και απλησίαστο από ένα σημείο κι ύστερα. Ότι ματαιωνόταν και ως άνθρωπος και ως γυναίκα που αρκούταν στα λίγα αφού η ωρίμανση στη σχέση της δεν ερχόταν, όσα χρόνια κι αν περνούσαν.
Δε ζήλευε τους άλλους που είχαν κάνει τις επιλογές στη ζωή τους. Αλλά μέσα της την έπιανε ένα κρυφό παράπονο. που για να την αγαπάει ο σύντροφός της, εκείνη έμενε σε μια σχέση δίχως αύριο, ανολοκλήρωτη. Όπως της είπε κι ένας φίλος του κάποτε: «εσένα σου αρέσουν τα αντισυμβατικά, δεν θες να κάνεις οικογένεια». Έτσι πίστευε ή έτσι ήθελε να πιστεύει με τις εντυπώσεις που είχε από τον κολλητό του. Που να ξερε ότι μαράζωνε, ματαιωνόταν μέσα της, αλλά για να μην χαλάσει την αγάπη που είχε για τον άνθρωπό της, προτιμούσε να απαξιώνεται παρά να διεκδικεί το δικαίωμά της στις προσωπικές επιλογές. Ήταν και χρόνια πια μαζί κι εκείνη υπέμενε, απλά υπέμενε στωϊκά κι ανυπολόγιστα, αφού τον αγαπούσε.
Ώσπου τα έφερε έτσι η ζωή που έμεινε ξανά μονάχη σ’ αυτό το μεγάλο σπίτι. Έβλεπες να χει αναμμένο φως μέχρι τις δυο τη νύχτα συχνά και μετά να βυθίζεται το σπίτι στο σκοτάδι.  Ή άντε ν’ άκουγες καμιά μουσική που έβαζε άμα καθόταν στο δωμάτιο που και που, τίποτε παραπάνω. Δεν ήθελε να ενοχλεί ούτε τη σκιά της σ’ αυτό το σπίτι. Με το ζόρι κατέβαινε ν’ ασχοληθεί με τον κήπο και μια φορά την εβδομάδα καθάριζε τους εξωτερικούς  χώρους του σπιτιού.  Καμιά φορά την έβλεπες να φεύγει μια Κυριακή κι άλλες φορές να γυρίζει αργότερα τα βράδια. Άντε να την πετύχαινες με ψώνια στα χέρια απ’ το σούπερ μάρκετ και αυτό όχι συχνά.
Μια γυναίκα μόνη, χωρίς συγγενείς να διαφαίνονται στον ορίζοντα, αφού δεν παντρεύεται, τι θα τα κάνει τόσα σπίτια? Δεν θα τα πάρει μαζί της αγάπες μου, να στε σίγουροι. Όλα εδώ μένουν κι η ψυχή όταν φεύγει, λυτρώνεται απ’ όλα τα γήινα. Η μάνα της έλεγε ότι νέα γυναίκα είναι ακόμη, μην απελπίζεται. «Δεν σε πήραν και τα χρόνια» της έλεγε, «μην σε παίρνει από κάτω…». Λες και η καρδιά είναι πανδοχείο που ανοίγει και κλείνει σύμφωνα με τις κρατήσεις! Ο πατέρας της από την άλλη, έλεγε πως υπάρχουν άνθρωποι μέσης ηλικίας που θέλουν μια γυναίκα να τους γηροκομήσει και εκείνη έφριττε. Σαν τις Σουλιώτισσες να έπεφτε από το βράχο για να θυσιαστεί, μην τη πιάσουν οι Τουρκαλάδες αιχμάλωτη, έτσι ένιωθε!  Η αγάπη παύει να ναι αγάπη. όταν πονάει, όταν καταβαραθρώνει.
Κοιτάτε εσείς τα σπιτάκια σας και τις ζωούλες σας τις καλές, τις κακές και αδιάφορες και αφήστε το τι κάνει ο καθένας. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει το σταυρό που κουβαλάει ο συνάνθρωπος, ούτε παίζει με την ευτυχία των άλλων, λες και είναι δεδομένη.  Αλλά τι ψάχνεις να βρεις, θα μου πείτε, πίσω απ’ τις κλειστές τις πόρτες?

© Marialena, 24/03/2018

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2018

Καληνύχτα και καλή τύχη!


Η νευρικότητα την είχε κυριεύσει. Ήταν σχεδόν μονίμως σε υπερδιέγερση ή κατατονία. Όταν δεν έκανε απονεννοημένα κινήσεις για να ξεπεράσει τον εαυτό της, θυσιαζόμενη υπέρ ποιου θεού ούτε η ίδια ήξερε, βυθιζόταν σε μια κατάσταση που τη ρουφούσε και την έκανε είτε να μένει καθηλωμένη μέσα σε τέσσερις τοίχους, είτε να θέλει να ξεπεράσει τα όριά της μέσα από τις διάφορες συναναστροφές της.
Όμως μέσα της θρηνούσε, μετρούσε το κενό που της είχε αφήσει η κατάληξη μιας ατελέσφορης σχέσης. Μιας αγάπης που έγινε πόνος και ωδύνη στη ψυχή και την είχε κάνει να κλειστεί στον εαυτό της. Κάθε τι που επιχειρούσε να κάνει, το έβλεπε σαν βάρος ,από το πιο απλό ως το πιο μεγάλο ζήτημα που προέκυπτε. Το περιβάλλον δεν ήταν υποστηρικτικό, αντίθετα την πυροδοτούσε να αντιδρά στη παραμικρή πίεση εκ μέρους τους. Η ματαίωση ήταν πανταχού παρούσα και η ίδια ήθελε μονάχα ένα πράγμα:
Ήθελε να κούρνιαζε ξανά στην αγκαλιά που πίστευε ότι ήταν δική της, ήθελε να τον πάρει αγκαλιά ενώ κοιμόταν και να τον φιλά τρυφερά στη πλάτη, να τον μυρίζει στο λαιμό του, να νιώθει το χέρι του να την αγκαλιάζει λίγο πριν σβήσουν ο ένας δίπλα στον άλλον. Ήθελε να ναι ο άνθρωπός του, εκείνη που θα ζούσαν μαζί ως τα βαθιά τους γεράματα έχοντας δικά τους όσα τους έδεναν κι όσα είχαν ζήσει.
Ήθελε να πει «δόξα τω Θεώ, καλά είμαι» γιατί δεν έκανε όνειρα τρελά, ούτε είχε παράλογες απαιτήσεις απ’ τη ζωή της, μόνο και μόνο ότι κάθε μέρα ξυπνούσε και κοιμόταν, συχνά της αρκούσε, της έφτανε για να ναι ευγνώμων. Είχε εκπαιδεύσει να αρκείται στα λίγα, γιατί φοβόταν τα πολλά, την έπνιγαν τα περιττά κι ακαταλόγιστα και στο τέλος ξέμεινε με το τίποτα.  Και πορευόταν με το τίποτα, τιμωρώντας τον εαυτό της γι’ αυτό.
Τα σενάρια που έπλεκε στο μυαλό της, αποκαρδιωτικά και μαύρα. Φοβόταν ότι ήταν καμένο χαρτί, πως ό,τι κι αν έκανε θα την κατάπινε η ρουφιάνα η ζωή πίνοντας το αίμα της ζωντανή. Έτσι αντιμετώπιζε τους αγώνες που έδινε καθημερινά. Ή ταν ή επί τας, τίποτε λιγότερο. Νυν υπέρ πάντων ο αγών, ο αγώνας για το δικαίωμα να υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο, όχι καταδικασμένη από μια μοίρα που δεν είχε διαλέξει ή της άξιζε. Σάμπως κάπως έτσι δεν τη πατάμε όλοι?
Είχε περάσει τις προηγούμενες ημέρες σε υπερδιέγερση. Τα μέσα της είχαν αγγιχτεί πάλι από απαιτήσεις της οικογένειας προς εκείνη, ενώ αυτή ανθίστατο. Δεν άντεχε πια να είναι εκεί για τους άλλους, όταν οι άλλοι την είχαν πουλήσει αντί πινακίου φακής. Δεν έβρισκε το νόημα πια ή καλύτερα πονούσε πολύ ακόμα μέσα της, για να αφεθεί ν’ εμπιστευθεί κάποιον φίλα προσκείμενο απέναντί της. Σαν τον Τάνταλο, έτρωγε τις σάρκες της και περίμενε να ξαναγεννηθούν, ενώ σε πρώτη ευκαιρία πάλι θα τις θυσίαζε στο βωμό της αυτοθυσίας ή της παραίτησης.
Την ενοχλούσαν οι μικροεγωϊσμοί, οι μικροπρέπειες, οι μικρότητες, κάθε τι που πήγαζε από την ανάγκη των ανθρώπων να πατήσουν επί πτωμάτων για να προκριθούν. Τα ψέματα και η υποκρισία, η αναλγησία και η απονιά. Όλα την ενοχλούσαν και ο άκρατος συναισθηματισμός και η έλλειψη τακτ, το πολύ και το λίγο, το τίποτα και το μηδέν, όλα την ενοχλούσαν. Μάλλον ήθελε να ξεφύγει από το ανίερο παιχνίδι του μυαλού της και δεν ταίριαζε πια πουθενά σε ό,τι ήξερε και όσα γνώριζε ως τώρα.
Αυτή τη νύχτα ένιωθε σαν να είχε περάσει από πάνω της μια καταιγίδα που την είχε αφήσει εξουθενωμένη. Με την έγερσή της την επόμενη ημέρα, θα έμπαινε στην αρένα της ζωής ζωσμένη με τη πανοπλία της με τα βόλια να την έχουν κατατρυπήσει, για να συνεχίσει να δίνει τους δικούς της τους αγώνες. Τα μάτια της έκλειναν και ένιωθε κατάκοπη. Όλα αυτά γιατί? Αναρωτιόταν. «Γιατί βρε καλό μου, ε, γιατί…?» αλλά απάντηση δεν έπαιρνε από τον εαυτό της. Μόνον ένα μικρό θυμωμένο πλασματάκι την κοιτούσε με μάτια παιδικά και τα χείλη του σφιγμένα για να της θυμίζει πως νιώθει μέσα στο απέραντο κενό της.
I believe in love to be the center of all things, I believe in love to be the way… Αυτό το τραγούδι τραγουδούσε μέσα της, ενώ σκεφτόταν πόσο πνιγόταν με όσα περνούσαν απ’ το μυαλό της κι ένιωθε βαθιά μέσα της. Το κέρατό μου το τράγιο, έλεγε μέσα στις σιωπές της, εκεί που έσφιγγε κι εκείνη στη πραγματικότητά της τα χείλη και η καρδιά της σφιγγόταν απ’ τη στεναχώρια. Παγιδευμένη ανάμεσα σε δυο κόσμους, της αγάπης που χε νιώσει κι έζησε και του τιμωρητικού αναχωρητισμού που είχε εισέλθει πενθώντας για το τέλος της σχέσης της , για την ασφυξία που αισθανόταν, για την άδικη μεταχείριση που έκανε στη ψυχή της, που πάλευε τραυματισμένη ν’ ανταπεξέλθει στα ζητούμενα της κάθε μέρας, τα μάτια σφάλιζαν βαριά καθώς έπεφτε στο μαξιλάρι κουλουριασμένη για να κοιμηθεί. Κάποιες φορές έπαιρνε το λούτρινο που χε δίπλα στο προσκεφάλι της, άλλες έβαζε τα χέρια της σαν αγκαλιά, για να αποκοιμηθεί, αφού κανείς πια δεν την νανούριζε, δεν την πείραζε, δεν τη φιλούσε για καληνύχτα. Κι η νύχτα ήταν πάντα εκεί, για να την υποδεχτεί, πονεμένη και να την πάρει απ’ το χέρι για να τη φέρει για μιαν ακόμη φορά, μπροστά στην επόμενη μέρα.
Κι η νύχτα πάντα τη περίμενε να υποκύψει στις μύχιες σκέψεις της και ν’ αφήσει τον αναστεναγμό της παρακαταθήκη για να αφεθεί να παραδώσει το κορμί της στον Μορφέα…
© Marialena, 27.04.2018
(Ω θεοί του Ολύμπου, δε πήρατε ακόμα το μερίδιο της θυσίας της ζωής μου ολάκερης?)

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

Οκτώβρης

Εγώ, το παιδί της Άνοιξης, αγάπησα τον Οκτώβρη, όπως αγάπησα εσένα, έλλειμμά μου, αλλοτινέ μου έρωτα. Γινάτι μου.

Αυτός ο γλυκός μήνας που στέκει ανάμεσα στο πριν και το μετά, κυριολεκτικά στη ζωή μου, όπως και στις εποχές, πριν το μικρό καλοκαιράκι, μετά λίγο πριν τον χειμώνα, ήλθε και έφερε στο μεσουράνημά του, μια μέρα που για μένα σήμαινε γιορτή κι υπόσχεση. Ήταν η 14 Οκτωβρίου αυτή η μέρα κι από το 2009 (σκέψου πόσος καιρός πάει, σχεδόν 10 χρόνια πια...), ήταν η μέρα της επετείου μου, της επετείου μας, η δική μας μέρα που γιορτάζαμε τον έρωτά μας.

Πάντα με τον φόβο στη καρδιά ζούσα, ακόμα κι όταν τον άφησα πίσω προς όφελος της προσμονής και της συναισθηματικής επένδυσης που έφεραν τα χρόνια της συμπόρευσης και οι υποσχέσεις σου ότι η ζωή μας θα έβαινε να σμίξει μετά από τόσο καιρό. Τότε ο φόβος της ασυμβατότητας έγινε επιλογή και μοίρα πως όταν θες κάτι, μπορείς να το καταφέρεις, μπορείς να φτάσεις ως εκεί που ονειρεύεσαι μαζί μ' εκείνον που στο ενέπνευσε, νόμιζες.

Κι ύστερα η πτώση του Ικάρου απ' τον ουρανό, το κάψιμο των κέρινων φτερών και η καταβαράθρωση. Ο αλκοολισμός σου που ισοπέδωσε τα πάντα, η έλλειψη σεβασμού στον εαυτό σου και σε μένα, ο αργός θάνατός σου ζωντανός και η έξοδος απ' τον Παράδεισο, που είχε πια μετατραπεί σε Κόλαση.

Φτου ξελευτερία, φτου και βγαίνω. Μετράω πια τις μέρες, τις εποχές, τις γιορτές, τις αφορμές και τις αιτίες χωρίς εσένα. Το μυαλό γυρίζει πίσω αναγκαστικά σε αυτή τη περίοδο του μετά και του πριν, σε πράγματα που ήταν οικεία, που είχαν δημιουργηθεί προσλαμβάνουσες, που είχαμε στιγμές και εμπειρίες που τις σηματοδούσαν. Θυμάσαι κάθε 14 του Οκτώβρη που έφερνες τούρτα στο σπίτι και ανάβαμε ένα κερί μαζί μ' ευχή, δική μας, προσωπική μας, ο καθένας έλεγε τις επιθυμίες του και εγώ το φοβισμένο πλάσμα, άρχισα να ξεθαρρεύω, να διεκδικώ, να ζητώ, πολλές φορές εις μάτην μπροστά από τον τοίχο που χες υψώσει στο να με κάνεις ευτυχισμένη, χάριν σε σένα, με την αγάπη σου κι εγώ με το άφημά μου, με τη δοτικότητά μου και τελικά με τη θυσία του Εγώ μου για σένα, γιατί έτσι νόμιζα ότι έκανα το σωστό, ότι έκανα το καλό, ότι έτσι κρατούσα την αγάπη μας ζωντανή. Μα πλανιόμουν, παραμυθιαζόμουν σε κάτι που ήδη είχε αρχίσει να σβήνει και να χάνεται, ω καημένη μου ζωή!

Θυμάσαι που για μας ήταν κάτι το ξεχωριστό αυτή η μέρα. Ήταν τότε που πρωτοσυναντηθήκαμε μετά από ένα σύντομο φλερτ, για πρώτη φορά, εσύ μ' ένα ριγέ πουκαμισάκι λευκό γαλάζιο, ένα μελαχροινό αγόρι με ευγενικούς τρόπους και γλυκό χαμόγελο, κι εγώ η ζουμπουρλού με το ροδακινί μπλουζάκι που το χω ακόμα κρατημένο, που πήγαμε για καφέ για να γνωριστούμε. Μιλήσαμε με χιούμορ και συστολή κι ευγένεια, μα δε σου κρύβω με κέρδισες κι ας μην ήταν όλα ρόδινα και αναμενόμενα. Δυο νέοι άνθρωποι ήμασταν, με την επιθυμία να συναντηθούμε, να μοιραστούμε πράγματα κοινά και να γνωρίσουμε ο ένας στον άλλον τον κόσμο του. Εν αρχή ειν' το Χάος κατά τον Ησίοδο και εμείς γιατί ν' αποτελούμε εξαίρεση? Μου χες πει ότι δυο μέρες πριν είχες γενέθλια στις 12 και εγώ είχα ακριβώς έξι μήνες μετά, στις 12 τ' Απρίλη, ακριβώς απέναντι, για σκέψου.

Και μ' άρεσε που ήσουν γλυκός και ήρεμος άνθρωπος, άσχετα που δεν έβλεπα αυτά που ήθελα, νωρίς έλεγα είναι ακόμα, έβλεπα όμως άλλα που με τραβούσαν σε σένα, που να ξερα! Τυφλώνει ο έρωτας, αυτή η αίσθηση που σε τυλίγει όταν κάποιος δείχνει ότι του αρέσεις. Και σου άρεσα, ακόμα σου αρέσω, (ίσως σαν απωθημένο), αλλά δεν έφτανε αυτό, ποτέ δεν έφτανε. Σου άρεσα για το μυαλό και το κορμί μου και αυτή την κινητοποιό δύναμη που έφερνα στη ζωή σου που χε βαλτώσει και πάλι που να ξερα τι έκρυβε, το όμορφο αυτό αγόρι στη ψυχή του! Χριστέ μου.

Θυμάσαι που ήρθε η πρώτη φορά που γιορτάσαμε μαζί τα γενέθλιά σου και μετά την επέτειό μας με την τουρτίτσα απ' το ζαχαροπλαστείο και το κόκκινο τριαντάφυλλο, που έφερνες όσο ήθελες να με κατακτήσεις? Θυμάσαι που τραβούσαμε φωτογραφίες που τις έχω ακόμα, εσύ κι εγώ κάθε 14 του Οκτώβρη. Και στις αρχές ήταν έρωτας, μετά αμηχανία, μετά αγάπη και μετά για μένα ακόμα πιο βαθιά αγάπη με έναν έρωτα να περιμένει να συναντήσει τον δικό σου, εκεί που τον είχες κρύψει πνιγμένος στα προβλήματά σου και περίμενα η Πηνελόπη, περίμενα... μάταια πια.

Θυμάσαι που τα δωράκια μας ήταν μικρά, αλλά τα δίναμε σαν παιδιά ο ένας στον άλλον? Κι όταν οι θυσίες έγιναν μεγάλες, πολύ μεγαλύτερες απ' την αγάπη μας, θυμάσαι που αρχίσαμε να γονατίζουμε? Σκέφτεσαι άραγε τι έκανες και φτάσαμε στο γκρεμό? Τι έκανα κι εγώ μέσα στην απόγνωσή μου? Θυμάσαι τη τελευταία φορά που μου κανες έρωτα, πραγματικό έρωτα πόσα χρόνια πριν, εσύ κι εγώ μαζί αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι μας, εγώ να σου μιλώ τρυφερά, να σ' αγγίζω απαλά όπως μ' άρεσε και εσύ, να μου δίνεις ένα κομμάτι από σένα κάθε φορά, κάνοντάς με να λάμπω, όπως μου λεγες μετά? Κι ύστερα να γαληνεύουμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου?

Λυπάμαι πολύ που δε φέρνω στο νου μου τη τελευταία μας 14 Οκτωβρίου. Σκοτάδι σκεπάζει τη μνήμη μου, συγχώρεσέ με... Μαζί μέναμε, σου χα πάρει δώρο ένα έμβλημα για τη μηχανή σου ίδιο με την ηλικία σου, στο προσέφερα και στο κόλλησα στον ανεμοθώρακα και βγάλαμε φωτογραφίες με σένα δίπλα φορώντας ένα άσπρο μπλουζάκι. Εσύ τις έχεις κρατημένες, όχι εγώ. Εγώ δεν ήμουν πουθενά εκεί. Εσένα ήθελα να βγάλω, να θυμάσαι. Εγώ είχα χαθεί μέσα στο πόνο του θανάτου του μικρού αδελφού λίγους μήνες πριν, του πέπλου του θανάτου που χε έρθει ανέλπιστα στη ζωή μας και αν δεν ήσουν εκεί, εγώ χανόμουν, όπως χανόμουν και μετά που έφυγες τόσο βίαια από τη ζωή μου. Σου ζητούσα μια ζεστή αγκαλιά να κουρνιάσω, να νιώσω ότι μπορείς να με κρατήσεις, μπορώ να νιώσω τη ζεστασιά σου, το νοιάξιμό σου, τη παρηγοριά σου, μα το ποτό σε είχε κερδίσει για τα καλά ξανά, ίσως και πάντα, όπως φαίνεται και οι αγκαλιές δεν ήταν πια ζεστές και αγαπουδερές, ούτε τα σώματά μας ζητούσαν το ένα το άλλο πια, ψυγείο εγώ, σε άμυνα κι εσύ ο αδιάφορος καμπόσος. Έφευγα κι έπινες, γύριζα και σ' έβρισκα τέζα. Αυτή ήταν η ζωή μας, μαζί με υπεκφυγές και δικαιολογίες και ψέματα, πολλά ψέματα που ξεπήδησαν απ' το σεντούκι σαν παγιδευμένα φαντάσματα που σε κυνηγούσαν απ' το παρελθόν. Ακόμα αυτά τα ψέματα σε παρηγορούν, ρίχνοντας το φταίξιμο στον άλλον κάθε φορά, όχι σε σένα, εσύ είσαι μια χαρά παλιάτσος που αναγεννιέσαι απ' τις στάχτες σου!

Γι' αυτό και δε θυμάμαι τι κάναμε πέρσι, τέτοια μέρα μαζί, αν πήρες γλυκάκι όπως παλιά, ή μείναμε περιτριγυρισμένοι στις συμφορές μας, στη κάθοδο προς τον Καιάδα. Δε θυμάμαι άλλο πια, συγχώρεσέ με. Θέλω μονάχα να τ' αφήσω πίσω μου, όσο κι αν έχουν μείνει μέσα μου αυτά τα κομμάτια της δικής μας ιστορίας, τώρα πια μόνο δικά σου και δικά μου σαν μνήμες και προσωπικές ιστορίες ανομολόγητες, που θα τις κουβαλάμε πάντα, στο πέρασμα του χρόνου με τη πατίνα που μοιραία θ' αποκτήσουν. όταν οι λεπτομέρειες πάψουν πια να ναι σημαντικές. ...
Ε Αγάπη μου? (πότε τ' άκουσες για τελευταία φορά και πότε θα το ξανακούσεις από χείλη ανθρώπου που σ' αγάπησε πολύ, πες μου...)



Αφού δε μιλάμε πια, δε μιλάμε...

(...και τι να πούμε πια, αφού η ζωή είναι αλλού, εκεί που ο καθένας μας αφήνεται να την κοιτά στα μάτια. Κι αυτό πίστεψέ με, είναι καλό πράγμα, αρκεί να βλέπει αυτό που τον πάει παρακάτω, όπου κι όπως κι αν είναι στραμμένη η ματιά, μη τη λήθη να χει το δικό της το μερίδιο, μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου).

(c) Marialena, 14.10.2018 

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

Καθαρός Αέρας


-        Θέλω ν’ ανοίξω το παράθυρο και να πάρω ΑΕΡΑ, μ’ ακούς?
-        Τι σ’ έπιασε βραδιάτικα?
-        Δεν είναι τώρα, πολύ καιρό τώρα, θέλω να πάρω ΑΕΡΑ!!!
-        Σου συμβαίνει κάτι?
-        Πολλά… με πιάνω να μένω στα ίδια και στα ίδια μέσα μου, η ζωή προχωράει!
-        Τι στο καλό έχεις?
-        Κολλάω, μ’ ακούς κολλάω στα γιατί και τα πως και γιατί έτσι και γιατί αλλιώς και απάντηση δε παίρνω.
-        Τι απάντηση περιμένεις να πάρεις, από ποιον και γιατί?
-        Θέλω μιαν εξήγηση, γιατί οι άνθρωποι λένε πως σ’ αγαπούν και αυτό που κάνουν είναι να σε πληγώνουν, γιατί η αγάπη πονάει, γιατί αντί να προσπαθούν να τη κρατήσουν ζωντανή, της δίνουν μια και τη στέλνουν στα τάρταρα, πες μου γιατί…
-        Εξαρτάται, τι να σου απαντήσω, όλα μες τη ζωή είναι.
-        Θέλω απαντήσεις, τ’ ακούς, απαντήσεις για να καταλάβω τι μου συμβαίνει.
-        ΄Ωχου μάτια μου τώρα, τι ψάχνεις, οι άνθρωποι δεν είναι ότι δείχνουν, συχνά αλλάζουν και όταν δεν θέλουν κάτι το αποδιώχνουν. Σε κάλυψα?
-        Όχι, δεν με κάλυψες, τι να μου καλύψεις, την απόγνωσή μου?
-        Γιατί απόγνωση καλό μου, τι σου συμβαίνει?
-        Εγώ πρώτη είμαι που λέω πως η ζωή συνεχίζεται, αλλά η απόρριψη δεν παλεύεται…
-        Ερωτική απόρριψη λες τώρα? Τι εννοείς?
-        Μιλώ για το πριν και το μετά, το βόλεμα, το είμαι καλά χωρίς εσένα, το πώς κάνεις έτσι, το να πας να γ@**θείς, το πως κάνουμε τους άλλους δίπλα μας δυστυχισμένους και δεν βάζουμε όρια στις συμπεριφορές μας!
-        Πόσο καιρό σ’ απασχολούν αυτά τα πράγματα?
-        Πολύ καιρό τώρα, από τότε που έψαχνα να βρω τον ήλιο ανάμεσα στα σύννεφα και στο τέλος προέκυψε καταιγίδα με αστραπόβροντα!
-        Και?
-        Τι και? Θέλω να πάψω να πονάω, θέλω να πάψω να υποφέρω, αυτό.
-        Αγρίμι, αγριμάκι μου εσύ, παραπονεμένο μου πλάσμα. Πόσον καιρό έχει κάποιος να σε πάρει αγκαλιά?
-        Μη ξύνεις πληγές σε παρακαλώ, δε χρειάζεται!
-        Τι θες, πες μου τι θες να κάνω εγώ για σένα απόψε…
-        Θέλω να μην πονάω άλλο πια, να μπορώ να διαχειριστώ τη κατάσταση, το τώρα, το μετά μου. Θέλω να μπορώ να εμπιστευτώ ξανά, να μην αγριεύω κάθε φορά που μέσα μου ξεπηδάει ο πόνος κι η επιθυμία.
-        Ο πόνος κι η επιθυμία λοιπόν, συνδέονται μεταξύ τους?
-        Το ξέρω ότι υπάρχουν καλοί άνθρωποι, καλοσυνάτοι και καλοπροαίρετοι, ξέρω επίσης ότι υπάρχουν χειριστικοί άνθρωποι που αυτό που θέλουν το πετυχαίνουν ρουφώντας σε, ενώ εσύ νομίζεις ότι κάνεις καλό σ’ αυτούς και στη σχέση σας και τ’ αποτέλεσμα μηδέν. Απογοήτευση.
-        Από τον εαυτό σου ή τους άλλους που άφησες να σ’ εκμεταλλεύονται?
-        Μεγάλη κουβέντα αυτή, πολύ μεγάλη.
-        Αυτό κι αν πονάει ε?
-        Ναι, πονάει το ρημάδι.
-        Τι ήθελες δηλαδή?
-        Ήθελα να χω περιθώριο ν’ αγαπάω και να ναι θετικό για τον άνθρωπό μου και τη σχέση μας, ήθελα όταν το χρειαζόμουν να ήταν εκεί για μένα, ήθελα να μην αφήσει την αγάπη μας να σβήσει. Τη θεωρούσα σημαντική κι αναντικατάστατη.
-         Οι άνθρωποι αλλάζουν, αν δεν μπορούν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα, μοιραία μένουν πίσω ή αποχωρούν, δεν προχωράνε όλοι παράλληλα ξέρεις.
-        Ζητάω μόνο να μπορώ να εμπιστευθώ, το καταλαβαίνεις? Δεν τη μπορώ τη ψευτιά και την υποκρισία, τις διπρόσωπες συμπεριφορές. Πιστεύω στο καλό και δεν μπορώ να προδώσω τα ιδανικά μου…
-        Και το τίμημα όλων αυτών?
-        Η μοναξιά. Η εσωτερική μοναξιά, αυτή η δυσβάσταχτη αίσθηση που λες πότε θα περάσει για να βγεις έξω, να πάρεις αέρα.
-        Και πότε περνάει νομίζεις?
-        Μακάρι να ξερα, αλλά δε ξέρω.  Τον πληγωμένο άνθρωπο δεν τον ρωτάς πότε θα κλείσει η πληγή του, όσο αιμορραγεί.
-        Τι θα θελες να συμβεί?
-        Θα θελα να συμβεί ένα θαύμα, μια ηλιαχτίδα φωτός να ρθει να με φωτίσει, να πάρω ανάσα, να πω ότι αξίζει να προσπαθήσω ξανά να…
-        Να, τι? Τι θες να έρθει στη ζωή σου?
-        Η αγάπη, η συντροφικότητα, η επικοινωνία, η εμπιστοσύνη, η ειλικρίνεια, ένας άνθρωπος που να ξέρει τι θέλει και να ξέρει πως θα το διαχειριστεί.  Αισθάνομαι πως δεν έχω χρόνο για άλλον πόνο σε ό,τι με αφορά, γιατί ό,τι και να πω, έξω θα πέσω.
-        Όπως το τραγούδι, «δεν έχω χρόνο, για άλλον πόνο, για άλλα δάκρυα δεν έχω πια καιρό…».
-        Ναι, όπως το τραγούδι, κάπως  έτσι.
-        Αγάπη θες, αγάπη που να νιώσεις ότι σε σένα απευθύνεται και το κυριότερο, μπορεί να σε καταλάβει. Μπορεί να σε γιατρέψει.
-        Αν υπάρχει τέτοιο πράγμα, ναι, τέτοια αγάπη θέλω, αν υπάρχει…
-        Υπάρχει, στα μάτια εκείνων που την αναγνωρίζουν ως τέτοια καρδούλα μου. Έχε υπομονή, ζήσε αυτό που έχεις να ζήσεις, για να πας παρακάτω.
-        Αέρα θέλω, να μην πνίγομαι, να μην ασφυκτιώ, να ανοίγω τα πανιά μου και να τ’ αφήνω να πνέουν στον αέρα κι όπου μας βγάλει.
-        Ναι όπου μας βγάλει, δεν γίνεται αλλιώς. Να παίρνεις το βαρκάκι σου αγκαλιά κάθε βράδυ και να του λες «σ’ ευχαριστώ» που άντεξες στους ανέμους, κόντρα ή πρίμα ο καιρός. Κάνε το για μένα, σε παρακαλώ!
-        Και το κουπί? Ποιος θα τραβήξει το κουπί?
-        Θα το τραβήξει ο Οδυσσέας μέσα στη ψυχή σου, που ψάχνει να βρει την Ιθάκη του. Εσύ θα του θυμίζεις να μην τα παρατήσει κι αν λιγωθεί, μίλα του να μην λιγοψυχήσει. Να σαι εκεί για τη ψυχούλα σου την ανεμοδαρμένη.
-        Δεν το διάλεξα αυτό το μαρτύριο…
-        Δεν είχες κι άλλη επιλογή, όμως.
-        Το ξέρω, το καταλαβαίνω.
-        Πόσο έχεις ξεχάσει την ανθρώπινη αγκαλιά, άσε με να σε πάρω μια για καληνύχτα! Άσε με σε παρακαλώ, δεν έχω τίποτε άλλο να σου προσφέρω…
-        [Αναστεναγμός]
-        Καληνύχτα παιδί μου, ο Θεός μαζί σου, θα περάσει κι αυτό, κάποια στιγμή θα περάσει…
-        [Η αγκαλιά σφίγγει ακόμα πιο πολύ]
-        Θα περάσει, σουςςςς, θα περάσει…
© Marialena, 29-30.04.2018

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2018

Η Μαύρη Σκιά


Περπατούσε στο δρόμο με βήμα βαρύ. Νύχτα ήταν, σχεδόν μεσάνυχτα, που διέσχιζε το κέντρο της πόλης πεζή με κατεύθυνση στο Σύνταγμα. Την πέτυχα μπροστά στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη, στη παλιά Βουλή. Το φανάρι κόκκινο για τους πεζούς, αλλά συνέχισε να προχωράει, δεν τη σταματούσε τίποτε. Την ακολούθησα διακριτικά, μου φαινόταν γνωστή.

Έστριψε στο γωνιακό κτήριο και στάθηκε. Κοιτούσε προς τη Μητροπόλεως με βλέμμα χαμένο. Ακούμπησε σε μια κολώνα και έμεινε εκεί. Άναψε τσιγάρο και κατέβασε το κεφάλι. Μια ρουφηξιά και μετά το βλέμμα στ’ άπειρο και πάλι από την αρχή. Τη παρατηρούσα, φορούσε πλεκτό σκούφο στο κεφάλι, ένα μαύρο μπουφάν, μαύρο παντελόνι κι αθλητικά παπούτσια μποτάκια κι αυτά μαύρα. Τα μαλλιά πιασμένα με λαστιχάκι και ένα τσαντάκι περασμένο διαγώνια. Τα χέρια στις τσέπες χωμένα βαθιά. Τι να γύρευε άραγε μέσα στη νύχτα εκεί?

Προσπαθούσε να θυμηθώ που τη ξέρω, τι μου θυμίζει. Η νύχτα με προκαλούσε κι εμένα να μείνω εκεί απέναντι στο ξενοδοχείο με τη πλάτη στο τοίχο να την παρατηρώ ασυναίσθητα. Κι εμένα δεν μου κόλλαγε ύπνος, το να περπατώ ίσως και άσκοπα στη γύρω περιοχή με έκανε να ξεχνιέμαι. Τι κι αν ήταν ένα κρύο βράδυ του Φλεβάρη, ήμουν κι εγώ εκεί ανάμεσα στους άλλους, χωρίς να θέλω να πάρω το Μετρό να γυρίσω σπίτι.

Νομίζω πως την έφερα στο νου μου. Την είχα γνωρίσει κάποτε σε μια κοινή παρέα. Γενέθλια φίλου ήταν, ήμασταν από κοινού καλεσμένοι. Είχε έρθει θυμάμαι μαζί με κάποιον, τα’ αγόρι της ίσως και τους θυμάμαι που χόρευαν ξέγνοιαστα μαζί με τους υπολοίπους στη γιορτή. Μου είχε κάνει εντύπωση που όλο χαμογελούσε. Τώρα ήταν μόνη κι έδειχνε καταβεβλημένη. Μπορεί και να την έλεγαν Μαρία, αν δεν απατώμαι.

Μετά από λίγο καιρό από τότε που την είχα δει στο πάρτι, την έχασα, δεν την ξαναείδα, δεν μ’ ένοιαζε κιόλας. Ο εγωισμός του ανθρώπου που κοιτάζει τον μικρόκοσμό του κι αγνοεί τον  περίγυρο. Κάτι όμως απόψε με έκανε να πάω να της μιλήσω, την είχα συμπαθήσει όταν είχαμε γνωριστεί. Διέσχισα τη Σταδίου απ’ το φανάρι και λίγα μέτρα μετά ήταν εκεί, έχοντας ανάψει κι άλλο τσιγάρο ατενίζοντας το άπειρο. «Μαρία εσύ?» της είπα και γύρισε και με κοίταξε με απορία. «Με θυμάσαι?» συνέχισα, είμαι η φίλη του Νίκου που είχαμε γνωριστεί στη γιορτή του που μας είχε καλέσει στο μπαράκι, τι κάνεις?» Με κοίταξε απορημένη, προφανώς δεν περίμενε να της μιλήσει κάποιος εκεί που στεκόταν. Τράβηξε μια τζούρα και μου απάντησε μονολεκτικά «καλά…».

Μου φάνηκε γερασμένη, μπορεί και ταλαιπωρημένη, σαν κάτι να τη βασάνιζε. «Ο Μιχάλης?» τη ξαναρώτησα, «είστε καλά μαζί?» «Ο Μιχάλης…» μου απάντησε «όχι, δεν είμαστε πια μαζί, τελειώσαμε…». «Λυπάμαι» ανταποκρίθηκα, «εύχομαι κάθε εμπόδιο για καλό», για να εισπράξω ένα βλέμμα γεμάτο πόνο κι ένα νεύμα συγκαταβατικότητας με σφιγμένα χείλη. «Ο Μιχάλης δυστυχώς, δεν…» κι έσβησε η ματιά της. «Περιμένεις κάποιον?». Κούνησε το κεφάλι αρνητικά «πνιγόμουν στους τέσσερις τοίχους και βγήκα έξω να πάρω αέρα» μου είπε. «Κι εγώ το ίδιο» της απάντησα. «Θες να πάμε κάπου εδώ κοντά να μιλήσουμε, να πιούμε ένα ποτό?» της πρότεινα. «Πάμε…» μου απάντησε και κατεβήκαμε από τη Βουλής στη Κολοκοτρώνη.
                                         (c) getty images

Καθίσαμε σε ένα μπιστρουδάκι που είχε ακόμα πελάτες, παρά το ότι ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Έβγαλε το σκούφο απ’ το κεφάλι και τα μαλλιά της ξεπήδησαν ανακατεμένα. Δίχως ίχνος μακιγιάζ ή άλλης περιποίησης, έμοιαζε σαν να έχει βγει έξω δραπετεύοντας. Μάτια γεμάτα θλίψη, μαύρα του κάρβουνου και κόκκινα μαλλιά γεμάτα από ένταση. Ξανάναψε τσιγάρο και στάθηκε βουβή. «Θες να μου πεις τι έγινε?» τη ρώτησα. «Γιατί είσαι τόσο στεναχωρημένη?» «Αυτή τη Μαρία που ήξερες, να τη ξεχάσεις…» μου ψέλλισε κι αναστέναξε. «Τινάχθηκαν όλα στον αέρα, τ’ ακούς, όλα!» «Μίλα μου», της είπα και της έπιασα το χέρι «σ’ ακούω…».

Άρχισε να μου αφηγείται πως μια κατά τ’ άλλα βολεμένη ζωή, άλλαξε από τη μια μέρα στην άλλη. Ήταν χρόνια με τον Μιχάλη, έφαγαν τα νιάτα τους σ’ αυτή τη σχέση. Φαινόταν αγαπημένο ζευγάρι, τους άρεσε να περνούν χρόνο μαζί και είχαν πολλές κοινές παρέες. Μου έλεγε το πως είχαν ερωτευθεί, πόσο τον είχε αγαπήσει, πως κάποια στιγμή τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους στη σχέση τους και το πήγαιναν για παρακάτω. Σχεδόν 10 χρόνια σχέσης, όλοι μας τους ξέραμε σαν τον Μιχάλη με τη Μαρία του, δεν τους έβλεπες εύκολα χώρια.

Ώσπου έμειναν επιτέλους κάτω απ’ την ίδια στέγη και έκαναν όνειρα για το μέλλον. Ο Μιχάλης στη συγκατοίκηση έβγαλε έναν άλλον εαυτό, που την σόκαρε. Έγινε αδιάφορος απέναντί της και άρχισε να εκδηλώνει συμπτώματα ψυχικής κατάστασης. Αυτός ο ήρεμος και γλυκός άνθρωπος, γινόταν σαν τον λυκάνθρωπο και μεταμορφωνόταν σε τέρας! Άρχισε να της μιλά επιτιμητικά, να κάνει βίαιες χειρονομίες, ενώ έβρισκε δικαιολογίες να φεύγει από το σπίτι ολοένα και περισσότερο. Μόνον στις κοινές τους παρέες είχαν φτάσει να πηγαίνουν από κοινού με τη Μαρία να φοράει μια μάσκα για να καλύπτει το κενό που ένιωθε κάθε φορά που ο Μιχάλης την αγνοούσε και απαξίωνε ό,τι εκείνη του ζητούσε ν’ ανταποκριθεί.

Άρχισε να βγαίνει όλο και λιγότερο μαζί του και να μένει στο σπίτι σαν πιστή Πηνελόπη, για να τον αντικρίζει ολοένα και πιο αγνώριστο. Μου εξομολογήθηκε πως έσμιγαν ερωτικά σπάνια, μια ή δυο φορές τον χρόνο, γιατί εκείνος δεν ανταποκρινόταν κι εκείνη πια ένιωθε ψυχρή απέναντί του, ενώ μέσα της ήθελε ακόμα να είναι ζευγάρι. Δεν άργησαν οι καυγάδες και η παράκληση να πάει να κοιταχτεί, γιατί τα φαινόμενα ψυχικής βίας μεταξύ των γινόταν ολοένα και συχνότερα. Εκείνος απλά την αγνοούσε, λέγοντάς της ψέματα ή υπεκφυγές.

Το κλίμα είχε βαρύνει επικίνδυνα, ώσπου πλησίαζαν τα Χριστούγεννα. Είπαν να τα περάσουν εναλλάξ με τις οικογένειές τους, για να κάνουν και τα χατίρια των γονιών τους. Η Μαρία ένιωθε πιεσμένη, αλλά δεν μπορούσε να πει όχι σε μια τέτοια υποχρέωση. Λίγο καιρό πριν, σε μιαν ανάπαυλα από τις απομακρύνσεις τους, της είχε πει ότι βλέπει τη σχέση τους σοβαρά και θέλει να προχωρήσουν. Δεν τον πίστευε, αλλά περίμενε να πάρει ο Μιχάλης τη πρωτοβουλία.

Προπαραμονή Χριστουγέννων, ο Μιχάλης πήρε τ’ αυτοκίνητο κι πήγε να δει τους γονείς του όπως συνήθιζε τακτικά. Έφυγε μεσημέρι αφού τη βοήθησε να μαζέψουν το σπίτι κι εκείνη το χάρηκε! Τον πήρε αργά τ’ απόγευμα στο τηλέφωνο να του θυμίσει ότι είχαν να πάνε σε μια κοινωνική υποχρέωση το βράδυ και να μην καθυστερήσει, άλλωστε είχε χρόνο να έρθει σπίτι να ξεκουραστεί. Η Μαρία μπήκε στο μπάνιο να ετοιμαστεί και μετά περίμενε με τα ρούχα για την έξοδο βγαλμένα στο κρεβάτι.
Η ώρα περνούσε και ο Μιχάλης δεν ερχόταν. Τον κάλεσε στο κινητό για να δει που είναι και τον άκουσε να έχει πέσει σε λήθαργο. Τον πήρε καπάκι άλλες τέσσερις φορές προσπαθώντας να δει αν άκουσε καλά.

Καμία απάντηση, ενώ εκείνη ούρλιαζε στο τηλέφωνο για να την ακούσει. Της κόπηκαν τα πόδια κι αν είχε πάθει κάτι? Πήρε έναν καλό του φίλο που κρατούσε επαφή και του ζήτησε να τον πάρει κι εκείνος, μήπως του απαντήσει. Και εκείνος άκουγε ροχαλητά. Η Μαρία επέμεινε να τον καλεί σαν τρελή, ενώ όταν κάλεσε τη Τροχαία και την Αστυνομία την διαβεβαίωσαν ότι θα ήταν όλα καλά, χωρίς στην ουσία να δώσουν περαιτέρω σημασία. Έστειλε ένα απολογητικό μήνυμα σ’ αυτούς που τους είχαν καλέσει και τους ζητούσε συγνώμη για την αναποδιά με το «πρόγραμμα» του Μιχάλη που εμπόδισε την συναναστροφή τους κι ανέτρεψε τα σχέδιά τους. Δυο προσκλήσεις για μια πολυαναμενόμενη παράσταση, παρέα με τους φίλους τους, είχαν ήδη χαθεί, το ίδιο και αυτή η βραδιά!

Η ώρα είχε πάει ήδη 12 και τότε πήγε έβαλε το νυχτικό της και κάθισε στο κρεβάτι σε στάση αναμονής για το κακό. Αν δεν εμφανιζόταν ο Μιχάλης, το πρωί θα πήγαινε στην αστυνομία να καταγγείλει την εξαφάνισή του. Αυτό σκεφτόταν ότι θα έκανε και έμενε ακίνητη να περιμένει. Το κινητό του είχε ήδη απενεργοποιηθεί κι έτσι κάθε πιθανή επικοινωνία μαζί του ήταν αδύνατη. Στις 12.20’ άκουσε τον συναγερμό του αυτοκινήτου και λίγο μετά το κλειδί στη πόρτα. Ήταν ο Μιχάλης!
Μπήκε μέσα και κατευθύνθηκε στο καθιστικό με σβηστό το φως. «Μιχάλη, είσαι καλά, Μιχάλη?» του φώναξε κι εκείνος δεν απάντησε. Άλλαξε μόνον ρούχα και καθόταν στο σκοτάδι αμίλητος. «Μιχάλη απάντησέ μου, είσαι καλά…?» του φώναξε από τη κουζίνα που χε πάει να τον περιμένει. Η αγνόηση για μιαν ακόμα φορά ήταν παρούσα. Η Μαρία είχε ένα κακό προαίσθημα για όσα θα επακολουθούσαν. Η αναπνοή της είχε γίνει κοφτή, ενώ ένιωθε πως ήταν σε εγρήγορση.

Πήγε δίπλα της αμίλητος και έκανε ν’ ακουμπήσει στο πλάι της, δίχως να της εξηγήσει το παραμικρό για την εξαφάνισή του. Φαινόταν μεθυσμένος και παραπατούσε. Τα ρούχα του βρώμικα και μύριζε. Η Μαρία τότε δεν άντεξε ούτε καν να τον έχει δίπλα της και άρχισε να χειροδικεί. Άρχισε να τον χτυπά με τα χέρια της σαν να του φώναζε «Μίλησέ μου…, γιατί μου το κανες αυτό?» Εκείνος την έπιασε από τον λαιμό και την πέταξε στο καλοριφέρ, σπάζοντας πράγματα που ήταν δίπλα. Αυτοί οι δυο άνθρωποι πάλευαν σαν να μην υπήρχε αύριο, μα η Μαρία κατάφερε να ξεφύγει.

Εκείνος ματωμένος, έπεσε στο πάτωμα και μιλούσε στον εαυτό του σε παράκρουση ότι πέρασε τη νύχτα με συντροφιά το ποτό, γιατί δεν ήθελε να βγει μαζί της ενώ το είχαν κανονίσει. Εκείνη γύρισε στη κρεβατοκάμαρα ασθμαίνοντας και νιώθοντας ότι είχε παγώσει μέσα της. Το μόνο που άκουγε ήταν η αναπνοή της, τίποτε άλλο. Ο Μιχάλης σηκώθηκε και πήγε να τη βρει. Η Μαρία στεκόταν στην άκρη του κρεβατιού μαρμαρωμένη. «Γιατί το έκανες αυτό?» του είπε. «Που ήσουν τόσες ώρες, που εξαφανίστηκες?» και άρχισε να της δικαιολογείται ότι έχει προβλήματα και ότι να του δώσει μιαν ακόμα ευκαιρία για κάποιους μήνες ακόμα, γιατί «μόνη της δεν μπορούσε να τα καταφέρει χωρίς αυτόν». Εκείνη σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στο γκαράζ να δει το αυτοκίνητο. Το αντίκρισε με βγαλμένο τον προφυλακτήρα και το κάθισμα γεμάτο από σωματικά υγρά.

Ανέβηκε στο σπίτι και με όση ψυχραιμία της απέμενε του ζήτησε να φύγει το επόμενο πρωί. Μέσα της είχε σπάσει το γυαλί μετά από αυτό που έζησε και δεν άντεχε πλέον αυτή τη κατάσταση στη ζωή της. «Τελειώσαμε Μιχάλη» του είπε. «Μετά απ’ αυτό τελειώσαμε, πρέπει να φύγεις…». Η Μαρία μου τα έλεγε σαν να μιλούσε για κάποιον άλλον, αλλά έβλεπα στο πρόσωπό της την οδύνη των όσων έζησε. «Μα εγώ θέλω να παντρευτούμε και να κάνουμε οικογένεια» της έλεγε, ενώ η Μαρία του απάντησε με όση δύναμη φωνής της είχε απομείνει «όχι έτσι, Μιχάλη, όχι μ’ αυτόν τον τρόπο. Ήθελα να μαστε καλά μαζί και να μαστε αγαπημένοι, αλλά τώρα πια δεν έχουμε περιθώριο…»
Η χειροδικία της απέναντί του, ήταν η χαριστική βολή στα αισθήματα της. Εφόσον είχε σηκώσει χέρι, η κατά τ’ άλλα μειλίχια αυτή κοπέλα, αισθανόταν πως είχε γίνει κάτι άλλο εκτός αυτού που ήθελε να ναι. Σαν να είχε βγει από μέσα της ο κακός της εαυτός από ένα  κουτί της Πανδώρας που κρατούσε καλά κρυμμένο για χρόνια. Ήταν άτομο που είχε υποστεί σωματική και ψυχολογική βία στη ζωή της και ήξερε τι σημαίνει να είσαι αυτός που σηκώνει το χέρι από «αγάπη» σε μια στενή σχέση. Μέχρι τα 18 της το ήξερε καλά αυτό.

Τη πλησίασε ξανά και της είπε ότι το μεθύσι του αυτό ήταν προμελετημένο, γιατί ήθελε να την αποφύγει. Της είπε ότι έβλεπε ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά μεταξύ τους και είχε παραδοθεί στη συμπεριφορά του αυτή, η οποία δεν ήταν η πρώτη φορά που την εφάρμοζε. Δεν της ζήτησε συγνώμη, ούτε κι εκείνη τολμούσε να το κάνει. Ήταν άλλωστε πολύ θυμωμένη κι απογοητευμένη μαζί του. Μόνο αυτό το «γιατί…?» έβγαινε απ’ το στόμα της όσο της εξομολογούταν ο Μιχάλης τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού του. «Αφού σ’ αγαπάει η κοπέλα μαλάκα Μιχάλη, προσπάθησε να την αγαπήσεις κι εσύ», της έλεγε ενώ οι λέξεις που εκστόμιζε της τρύπαγαν τη καρδιά, μια προς μια. «Δηλαδή αυτό ήμουν για σένα μετά από τόσα χρόνια μαζί?» του απάντησε. «Προσπαθούσες να μ’ αγαπήσεις, δεν μ’ αγαπούσες, ω Θεέ μου…» ψέλλισε συντετριμμένη.

Τον έστειλε για ύπνο στο φρεσκοστρωμένο κρεβάτι τους, με μια ταφόπλακα στο στήθος να την συνθλίβει. Ξημέρωνε ήδη παραμονή Χριστουγέννων και η Μαρία σύρθηκε να κοιμηθεί με μια κουβέρτα στον καναπέ στο κρύο δωμάτιο. Τα βογγητά της έσκιζαν τον αέρα και γύριζε αδιάκοπα αλλάζοντας πλευρό. Το πρωί τη βρήκε αποκαμωμένη σαν κούτσουρο με τη κουβέρτα πάνω της. Ήλθε και τη ξύπνησε «Πως είσαι?» τη ρώτησε. «Πως θες να είμαι» του είπε, «δεν με βλέπεις, χάλια, αλλά εσύ σε παρακαλώ να μαζέψεις τα πράγματά σου να φύγεις». Ο Μιχάλης κατέβασε το κεφάλι και έβαλε σε ένα σακ βουαγιάζ κάποια προσωπικά του είδη πρώτης ανάγκης. Εκείνη κοκκαλωμένη ξανά στη κουζίνα, δίπλα από το σημείο που κόντεψε να τη πνίξει, είχε κατεβάσει το κεφάλι και τον έβλεπε σαν από ταινία να φεύγει από τις σκάλες.

«Στο καλό…» του είπε, ενώ εκείνος μονολογούσε στον εαυτό του για καλά μυαλά απ’ εδώ και μπρος. Η Μαρία με όσο κουράγιο είχε εκείνη τη στιγμή, πήρε τηλέφωνο τους δικούς της και τους ανακοίνωσε πως θα πήγαινε να τους δει μόνη, λόγω προβλημάτων υγείας του Μιχάλη. Η μάνα της κατάλαβε και το μόνο που τη ρώτησε ήταν αν ήταν καλά. Είχε ήδη περάσει το μεσημέρι όταν πήρε δυο ρουχαλάκια και πήγε στο πατρικό της να περάσει τα Χριστούγεννα. Δυο εβδομάδες μετά και δεν είχε καταφέρει ακόμα να κοιμηθεί κανονικά.

Τρεις μήνες μετά ήταν σαν φάντασμα του εαυτού της. Ο άνθρωπος που τα χει δώσει όλα σε μια σχέση και έμεινε μονάχος να βλέπει τα τρένα να περνούν. Προσπάθησα να την καθησυχάσω λέγοντάς της ότι δεν ήλθε η συντέλεια του κόσμου, αλλά έμοιαζε να έχει χάσει επαφή με τη πραγματικότητα. Στο σπίτι της, υπήρχαν ακόμα κάποια πράγματα που της θύμιζαν συνεχώς την απουσία του. Δεν είχε πια όρεξη για τίποτα και έβγαινε απ’ το σπίτι για να πάει στη δουλειά της, ενώ τις υπόλοιπες ώρες έμοιαζε σαν χαμένη. Ο Μιχάλης συνέχιζε τη ζωή του, επικοινωνώντας σπάνια μαζί της με αμηχανία κι εκείνη το ίδιο, ενώ αυτό το «γιατί?» τη βασάνιζε αδιάκοπα. «Πόσες φορές μπορεί ν’ αγαπήσει πραγματικά κάποιος» αναρωτιόταν, ενώ με τις αποστάσεις που είχε πάρει από τη συμβίωσή τους, έβλεπε τώρα πια ότι η κατάσταση οδηγούσε εκεί από καιρό, αλλά εκείνη υπαναχωρούσε χάρη της ανάγκης που είχε να τον αγαπά κι αυτό την έκανε ευάλωτη στ’ αδιέξοδα που βίωνε, δίχως αποτέλεσμα.

Το πακέτο είχε ήδη αδειάσει και η ώρα είχε φτάσει τρεις το πρωί, ενώ ένιωθα πως είχαμε ξεγυμνωθεί η μια απέναντι στην άλλη σ’ εκείνο το τραπέζι του μπιστρό. Πληρώσαμε και φύγαμε με τα πόδια προς τα κάτω, ενώ η νύχτα έντυνε τη μοναξιά μας με τη μαύρη σκιά της. «Άραγε υπάρχει αγάπη» με ρώτησε «κι αν υπάρχει, θα με βρει κάποτε και μένα ή θα πεθάνω μονάχη ενώ δεν θα μ’ αναζητήσει κανείς? Μεγάλωσα πια, το καταλαβαίνεις…» Ήταν σαν να διάβασε τη ψυχή μου και η αίσθηση το φόβου κατέλαβε τα σωθικά μου.

«Δε ξέρω» της απάντησα, «όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε», ενώ σκεφτόμουν τι με είχε κάνει και εμένα να πάρω βραδιάτικα τους δρόμους, περπατώντας στην ανωνυμία της άξενης πόλης μας. Φτάσαμε Μεταξουργείο και κίνησα να πάω στο κρύο μου σπίτι ν’ αποκάμω. «Μένεις μακριά?» τη ρώτησα, «μήπως θες να έρθεις σπίτι να κοιμηθείς, είναι αργά…». «Τίποτε δεν με νοιάζει πια, πίστεψέ με…» μου απάντησε και μ’ ακολούθησε.

Εκείνο το βράδυ, δυο άνθρωποι, δυο ψυχές πληγωμένες, μοιράστηκαν τους σπαραγμούς τους κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό. Εκείνο το βράδυ, ένιωσα λιγότερο μόνη μέσα στη μοναξιά μου, έχοντας τη Μαρία, τη φίλη απ’ τα παλιά να σπάει τη σιωπή της και να φωτίζει με τα λόγια της τα δικά μου δεσμά…

© Marialena, 24/02/2018

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2018

Ονειροπαγίδα

Γιατί όλα τα όμορφα στη ζωή μας να μην μπορούμε να τα ζήσουμε για πάντα? Γιατί πολλές φορές οι αναμνήσεις είναι ο μοναδικός μας θησαυρός απέναντι στη πραγματικότητα? Έπιασε να θέτει στον εαυτό της παρόμοια ερωτήματα, δίχως να λαμβάνει απάντηση από κανέναν άλλον εκτός από εκείνη την ίδια και ο μονόλογος ήταν σπαρακτικά μοναχικός τις στιγμές που σκεπτόταν κάτι τέτοιο.

Δεν ήθελε πολύ για να πυροδοτήσει αυτήν την αλληλουχία στο μυαλό της, ένα όνομα έφτασε για να φέρει πάλι πίσω, όλα όσα έμοιαζαν υπέροχα στη φαντασία της. Ονειροπαγίδα. Αυτό ήταν το όνομα ενός γραφικού καφέ στην αγκαλιά της θάλασσας, στην άκρη ενός όρμου που βρέχονταν από τα νερά του Αιγαίου. Ονειροπαγίδα λοιπόν. Το είχε απωθήσει από τη μνήμη της, μέχρις ότου ένα αφιέρωμα σε μιαν εφημερίδα το ξανάφερε έξαφνα στην επιφάνεια!

Η ματιά της έπεσε πάνω στο ρεπορτάζ για τα ατμοσφαιρικά μέρη που πρότεινε ο συντάκτης να επισκεφθεί κανείς κατά τη διάρκεια των διακοπών και ήταν ανάμεσά τους. Τα μάτια της στυλώθηκαν έκπληκτα μπροστά στην αναφορά στο χαρτί και ασυναίσθητα άγγιξε με το χέρι της και χάιδεψε τρυφερά τις λίγες γραμμές που συνόδευαν τη περιγραφή του.

Της είχε προτείνει να πάνε να κάνουν ελεύθερο κάμπινγκ με φίλους σε εκείνη την ακτή, ο καλός της εκείνο το καλοκαίρι και εκείνη δέχτηκε με χαρά για την εμπειρία που προμηνυόταν. Ένα ζεστό Σαββατοκύριακο, πήραν τα απαραίτητα και κίνησαν να βρουν τον μικρό παράδεισο που θα τους φιλοξενούσε στην αγκαλιά του. Έφτασαν σε μια τοποθεσία με κρυστάλλινα νερά και αρμυρίκια να ξεφυτρώνουν στην ξανθή άμμο και εκεί θα κατασκήνωναν για το υπόλοιπο του διημέρου.

Έστησαν τις σκηνές τους σε μια σκιά κοντά στη θάλασσα και τα αγόρια της παρέας πήγαν να βουτήξουν για να βγάλουν φρέσκο ψάρι για βραδινό. Εκείνη πήγε περπατώντας στο κοντινότερο χωριό και όσο ο ήλιος βυθιζόταν στο πέλαγο απέναντι, περίμενε με γλυκιά ανυπομονησία να βγουν από τη θάλασσα οι φίλοι της και να πάνε για φαγητό. Ανάμεσα στο παιχνίδισμα του φωτός καθώς αχνόφεγγε πια το φεγγάρι στο βάθος του ουρανού, βγήκαν από τη θάλασσα με μια αγκαλιά ψάρια που μύριζαν ιώδιο και τα καθάρισαν στην ακροθαλασσιά πριν τα παραδώσουν στην ταβερνίτσα που θα τους τα έψηνε σε λίγο.

Χέρι χέρι πήγαν μέχρι εκεί περπατώντας τώρα πια μέσα στη νύχτα και κάθισαν να φάνε με όρεξη. Εκείνος την άγγιζε τρυφερά σε κάθε ευκαιρία με το χέρι του και χαμογελούσαν από ευτυχία που έτρωγαν μαζί.

(c) Marialena, 05/09/2010