Δευτέρα 27 Μαΐου 2019

Κόκκινο Τριαντάφυλλο

Τη κοίταξε με λαγνεία καθώς είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι και τον περίμενε. Το δέρμα της λευκό, φυλαγμένο από τον ήλιο του καλοκαιριού ακόμα και ανάμεσα στα πόδια της ένας θύσανος που ξεχώριζε. Έβγαλε τα ρούχα του και κινήθηκε προς το μέρος της. Τη χάιδεψε με το χέρι του κι εκείνη ανατρίχιασε. Κοιτάχτηκαν φευγαλέα μα τόσο επίμονα κι ακούστηκε ένας μικρός αναστεναγμός από μέρους της.

Τον παρατηρούσε που την άγγιζε με τη παλάμη του, στο πρόσωπο, στα χείλη, στο λαιμό, στο στήθος. Έσκυψε και τη φίλησε στις ρώγες της που πρόσμεναν ανυπόμονα να προβάλουν όταν τις ακούμπησε στο στόμα του και άρχισε να τις γλύφει, σαν το παιδί που ψάχνει πάντα να χωθεί στα στήθια της μάνας για να πιεί το ζωοδόχο γάλα της. Βούλιαξε στο στρώμα το κορμί της κι εκείνος τη ρούφαγε αχόρταγα ενώ οι ανάσες ακούγονταν τώρα, περισσότερο. 

Η κοιλιά της ριγούσε όπως είχε αρπάξει τους μαστούς της και τους κρατούσε στα δυο του χέρια. Την έπιασε από τη μέση και με το δείχτη χάρασσε νοητά τη γραμμή στο στομάχι μέχρι να φτάσει χαμηλά στη κοιλιά της. Εκείνη άνοιξε τα πόδια και τον περίμενε, ενώ από μέσα της ήδη ακουγόνταν ένα βαθύ αχ γεμάτο προσμονή για την επόμενη κίνησή του. Σσσ, της έκανε όχι ακόμα, θέλω να σ' εξερευνήσω ενώ εκείνη έγειρε το κεφάλι στο πλάι δαγκώνοντας τα χείλια της με πόθο.

Της χάιδεψε το μικρό της δάσος, τις πυρόξανθες τριχούλες που ξεπρόβαλλαν μπρσστά από το εφήβαιο. Σαν θρόισμα τ' ανέμου το ένιωσε και έμεινε να τον κοιτάζει καθώς τα δάκτυλά του περιεργαζόταν τις άκρες του αιδίου της. Σαν τον γλύπτη που αγγίζει το γλυπτό του ιχνηλατώντας κάθε σκάλισμα που του έχει κάνει και αναγνωρίζοντας τις πτυχώσεις του μαρμάρου, έτσι κι εκείνος τη χάιδεψε ως άλλος κιθαρωδός, ως άλλος αρπιστής, ενώ στο μυαλό του ήδη είχε σχηματιστεί η μελωδία της ευτυχίας που θα της προσέφερε μέσα από τ' άγγιγμά του. 

Τα δυο του χέρια χώρισαν ακόμα τους γλουτούς της, ενώ τη κοιτούσε επίμονα να ανασαίνει βαθιά και να πάλλεται ενώ αχνοφαίνονταν η υγρασία γύρω από τα γεννητικά της όργανα. Της χάιδεψε τη κλειτορίδα, έβαλε τα δάκτυλά του στο στόμα και τα ύγρανε για να την ερεθίσει ακόμα περισσότερο καθώς το δέρμα της γινόταν ολοένα και πιο κόκκινο στο άγγιγμά του. Έσκυψε και με τη γλώσσα του την σκιαγράφησε, έπαιξε μαζί της, ενώ εκείνη άνοιγε ολοένα και περισσότερο τη λεκάνη για να ξεπροβάλλει ο κήπος της μπροστά του. 

Τα υγρά του δάκτυλα βρήκαν το δρόμο στη μυστική της δίοδο, στην είσοδο του δικού της παραδείσου και μπήκαν με τη παλάμη προς τα πάνω στο στενό της πέρασμα. Εκείνη άφησε τότε μιαν ανάσα ακόμα πιο βαθιά, γεμάτη από τη καύλα της που ξεχείλιζε όσο την άγγιζε και όσο χάιδευε με τα δάκτυλά της τα στήθη της, γιατί αλλιώς θα ήθελε να την είχε δέσει για να μη μπορεί να ελέγξει την ορμή της περιμένοντάς τον να την διακορεύσει. Τα μήλα των δακτύλων του άγγιζαν το μαλακό ιστό του σημείου G της και τη διείγειραν με επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Δυο δάκτυλα αδίσταχτα που έψαχναν να βρουν το θησαυρό στο βάθος του τούνελ όσο η δίοδος πλάταινε όλο και περισσότερο στο χάδι του.

Σε θέλω του αποκρίθηκε, σε θέλω πολύ και το κεφάλι της στο μαξιλάρι δονούνταν από το χτίσιμο της επιθυμίας της κάθε στιγμή που περνούσε. Σαν τη μαινάδα στο χορό του Διονύσου άφηνε το σώμα της έρμαιο σε εκείνον τον κυρίαρχο του έρωτά της και δεν την ένοιαζε καθόλου που ο ασίγαστος πόθος της την έκανε υποχείριο στις ορέξεις του και δεν ήταν η πρώτη φορά.  Της έβαλε τρια δάκτυλα μέσα στο κόλπο της όσο το αιδίον της άνοιγε για να υποδεχτεί τη πηγή της ικανοποίησής της. Τα υγρά της έκαναν το δέρμα του να γλυστράει κι όσο την θώπευε τόσο ξεχείλιζαν.

Εκεί που βρισκόταν τα δάκτυλά του μέσα στο κόλπο της, έσκυψε και έβαλε το κεφάλι του κρατώντας τα μπούτια της ορθάνοιχτα και υψώνοντάς της τη λεκάνη πάνω σ' ένα μαξιλάρι. Η διέγερσή της την έκανε και ευωδίαζε σαν καραμέλα τριαντάφυλλο και η γλώσσα του δε μπορούσε να αντισταθεί σ' αυτή της τη γλύκα. Την έγλυφε τελετουργικά γύρω γύρω από τα μικρά και μεγάλα χείλη του αιδίου της ενώ με το ένα του χέρι χάδευε τη κλειτορίδα της και εκείνη πλημμύριζε ολοένα και περισσότερο από το παιχνίδι του έρωτά του.  Βογγούσε και συσπώταν όσο η γλώσσα του γευόταν τους χυμούς της.

Ναι, είχε γίνει παιχνίδι στα χέρια του, όσο ξεχείλιζε από μέσα της η ανάγκη να της επιβεβαιώσει τη γυναικεία της υπόσταση, έβγαλε το χέρι του με μιας και αγγίχτηκε μόνη της θέλοντας να κρατήσει το κρεσέντο της ζωντανό. Πάρε με, έλα θέλω να σε νιώσω μέσα μου του είπε με τη βαθιά εκείνη φωνή της γυναίκας που αδημονεί να τη γαμήσουν. Τη κοίταξε με πάθος, έβαλε ξανά τα δάκτυλά του μέσα της και περιέλουσε με τα υγρά της το πέος του που ήταν ήδη έτοιμο να γίνει ο πολιορκιτικός της κριός. Βεβαιώθηκε ότι ήταν ήδη έτοιμος να διεισδύσει, της σήκωσε τα πόδια και μπήκε μέσα της με μια αποφασιστική κίνηση, ενώ αντίκρυζε το πρωκτό της ανασηκωμένο να τον αγγίζουν οι όρχεις του.

Με θες, με θες πολύ της έκανε, ενώ εκείνη συνέχιζε να ανεβαίνει αυτή τη φορά με εκείνον μέσα της έτοιμο για όλα. Έγειρε πάνω της, τον άγγιξε στο στήθος και έπαιξε με τις ρώγες του για να τον ανάψει ακόμα περισσότερο. Γαμησέ με, του φώναξε, γάμησέ με όπως εσύ ξέρεις και η ένταση γινόταν ταυτόχρονα αγάπη στον τρόπο που τον άγγιζε. Τη γύρισε στο πλάι και της άλλαξε γωνία εισόδου. Έτσι μωρό μου σε γαμάω της έλεγε, εγώ είμαι ο άντρας σου, εγώ σε κάνω να χύνεις και εκείνη στο άκουσμα των λέξεων αυτών λύσσαγε ακόμα περισσότερο.

Η χαρά της γυναίκας να μην αρκείται μονάχα σε έναν οργασμό κι η συνεχής κλιμάκωση της ικανοποίησής της την έκαναν να δίνει κάθε φορά και κάτι παραπάνω και να τον αφήνει να το χαίρεται που την έφτανε όσο την έπαιρνε μέσα του με ένταση. Τη έβαλε στα τέσσερα, ήξερε ότι του άρεσε, ήξερε ότι κι εκείνη φτιαχνόταν μαζί του. Τη γύρισε προς το καθρέπτη να βλέπονται απέναντι απ' το κρεβάτι. Με τα χέρια του είχε αρπάξει το κώλο της και άρχισε να της ρίχνει σκαμπίλια. Εκείνη άφησε μια κραυγή να βγει από μέσα της σαν να ήταν σκλάβα του σεξ, μόνο δική του. 

Τον ήξερε πια όταν κορύφωνε, όσες φορές κι αν εκείνη καμωνόταν, η δική του η μοναδική φορά ήταν χαρακτηριστική, σαν να έκανε μια μικρή στάση πριν από το τέρμα όπου τα έδινε όλα. Τον ένιωθε ιδρωμένο πάνω της να χτυπά με μανία τους γλουτούς της ενώ εκείνη χαϊδεόταν περιμένοντας να τελειώσουν μαζί. Φτάνω μωρό μου της είπε και άφησε να ξεχυθεί μέσα της το υγρό πυρ του, ενώ εκείνη παίζοντας με την ερεθισμένη κλειτορίδα της, άφησε τον δικό της υστερικό σπασμό να τη γεμίσει. Λάτρευε να χύνει μέσα της τους χυμούς του, εκείνη την απειροελάχιστη στιγμή όπου τα δυο γινόντουσαν Ένα και ένιωθε να χάνεται στο μικρό της θάνατο, πλημμυρισμένη από το σπέρμα του στα γεννητικά της όργανα κι ακόμα κι όταν εκείνος σταματούσε να τη τροφοδοτεί και έμενε μέσα της ξέπνοος, εκείνη συνέχιζε να συσπάται για αρκετά ακόμη μέχρι να αρχίσει να ηρεμεί. 

Αποσύρθηκε από μέσα της και εκείνη ακόμα στα τέσσερα έπαιρνε ανάσες πριν ξαπλώσει ξανά δίπλα του, να κουρνιάσει στην αγκαλιά του. Της άρεσε να την αγγίζει όσο κατέβαινε, όσο κρατούσε μέσα της τα υγρά του σαν επιβεβαίωση του ανδρισμού του και σαν ανταμοιβή δική της. Έβαλε το χέρι του να την αγγίξει στο υγρό μουνάκι της, να νιώσει τα υγρά τους να μπερδεύονται πάνω στο δέρμα της. 



Τη πήρε αγκαλιά και λίγο πριν αποκοιμηθεί αγγίχτηκε και αυτή, χαίδεύοντας το δικό της κόκκινο τριαντάφυλλο όσο ακόμα τα πέταλά του έστεκαν ορθάνοιχτα με μια σταγόνα αίμα μέσα τους, βγαλμένη από τα σωθικά της...

(c) Marialena, 27.05.2019 (when dreams do come true...)