Τετάρτη, 9 Μαΐου 2018

Δυο Σουβλάκια Κοτόπουλο


Κάθισε δίπλα μου, με το ροζ μπουφάν μηχανής της. Χαιρέτησε κάποιες από απέναντι και έπιασε μια καρέκλα. Κοίταξε γύρω, έβγαλε το κινητό της και το ακούμπησε στο τραπέζι. Εμείς ήδη τρώγαμε κι εκείνη ρώτησε που θα βρει κοτόπουλο σουβλάκι.

Ο χώρος οικείος και το πλήθος που μπαινόβγαινε κι αυτό γνωστό λίγο ή πολύ. Βγήκε έξω προς τη ψησταριά. Τι θα πάρετε? Ρώτησαν τα παιδιά που έψηναν. Δυο σουβλάκια κοτόπουλο παρακαλώ, απάντησε. Ψωμάκι θέλετε? Ναι, βάλτε μου δυο φέτες. Πλήρωσε και πήρε το πιάτο της για να κάτσει στη θέση της. Δεν πήρε τίποτε να πιει. Μόνο ένα ποτήρι νερό να συνοδεύσει το γεύμα της. Άνοιξε το κινητό, χάζεψε για λίγο και έκατσε να κοιτάζει τα σουβλάκια.

Φαινόταν απορροφημένη στις σκέψεις της. Μια μιλούσε με μας, μια χανόταν πάλι, σαν τα δωδεκάχρονα που δεν μιλάνε πολύ ενώ κοιτάζουν την οθόνη του κινητού τους. Σκεφτόταν ότι σε εκείνον τον χώρο, είχε περάσει όμορφες στιγμές μαζί του. Μια κοπή πίτας που τραγουδούσαν μαζί καραόκε αγκαλιά, κάνοντας τα δικά τους. Τα ταξιδιωτικά που είχαν δει μαζί και κάποια στιγμή κόντευε να την πάρει ο ύπνος από τη κούραση στο σκοτάδι. Οι φίλοι και γνωστοί που συνέθεταν το πολύχρωμο πλήθος της μοτοπαρέας, χειμώνα – καλοκαίρι. Εκεί σ’ αυτόν τον χώρο που πας για να μιλήσεις, πας για να μοιραστείς. Πας για να μην είσαι μόνος.

Στα ηχεία ακουγόταν το Losing my religion των REM. Τινάχθηκε σαν από λήθαργο και άρχισε να τραγουδάει μαζί μας.
Life is bigger
It's bigger
And you, you are not me
The lengths that I will go to
The distance in your eyes

Ήταν της γενιάς μας τ’ ακούσματα αυτά. Την άκουσα ν’ αναστενάζει. Άρχισε να τρώει τα σουβλάκια της. Κάθε φορά ένα και μετά λίγο ψωμάκι. Και τ’ άφηνε κάτω ευλαβικά στο πιάτο. Τα μάτια της περιεργάζονταν τον χώρο και τους ανθρώπους του. Τι να σκεφτόταν άραγε? Στο βάθος κάποιοι είχαν ήδη σηκωθεί για να χορέψουν. Άλλοι καθόταν έξω και συζητούσαν μεταξύ τους.

Σηκώθηκε πάνω, χτένισε τα μαλλιά της και βγήκε έξω. Ένα γκράφιτι στον τοίχο είχε τραβήξει τη προσοχή της. Στάθηκε απέναντι και έβγαζε φωτογραφίες. Κάποιος περνώντας την έκανε να γελάσει. Να που γέλασε λοιπόν! Επέστρεψε στη θέση της ξανά και κάθισε.

Κοίταγε τις φωτογραφίες που τράβηξε, μια προς μια και πάλι από την αρχή. Τι να πεις σ’ έναν άνθρωπο απέναντί σου που δεν ξέρεις τι έχει στο μυαλό του? Το κινητό στο χέρι σε μια αέναη προσπάθεια να είναι στο κόσμο της, αλλά και στην αίθουσα.

Η μουσική έπαιζε τραγούδια χορευτικά. Άφησε κάτω το τηλέφωνο και σηκώθηκε να χορέψει μαζί με τους άλλους. Άρχισε να λικνίζεται στη μουσική, δίπλα της ένα μικρό αγόρι χόρευε κι αυτό. Του χαμογέλασε. Παραδίπλα κάποιες άλλες γυναίκες. Έμοιαζε να μην τις γνωρίζει. Ξανακάθισε για λίγο, μέχρι που ο dj έβαλε ελληνικούς χορούς και άνδρες και γυναίκες έσμιξαν στο χορό. Σηκώθηκε κι εκείνη μαζί, κάποια στιγμή έσυρε τον χορό μέχρι που άλλαξε το τραγούδι.

Φαινόταν ξαλαφρωμένη, ενώ όταν κάθισε στη θέση της έβγαλε έναν αναστεναγμό και τα μάτια της χάθηκαν ξανά προς στον κόσμο που συνέχιζε να χορεύει. Με το χέρι της, χάιδεψε τα μαλλιά της και μειδίασε. Σαν να είχε ξαλαφρώσει από κάτι που τη βασάνιζε, ποιος ξέρει?

Η ώρα περνούσε και βγήκε πάλι έξω. Μιλούσε με κόσμο που ήταν εκεί. Κάποιος φίλος της είπε πως είναι μοτοσυκλετίστρια που οδηγεί σκούτερ και χάρηκε γι’ αυτό που της είπε. Κάποιος άλλος φίλος μιλούσε για ταξίδια με μοτοσυκλέτα και στάθηκε να τον ακούσει. Πίσω της ακόμα έψηναν σουβλάκια.

Πήρε το μπουφάν της να φύγει. Λίγοι είχαμε μείνει ακόμα μέσα στον κλειστό χώρο της εκδήλωσης. Χαιρέτησε, βγήκε έξω και δυο φίλοι της έλεγαν για πόσο όμορφη είναι η παρέα με ανθρώπους που ταιριάζεις και την κάλεσαν για διακοπές στο νησί τους. Ο άνδρας φίλησε τη καλή του στα πεταχτά, ενώ η κοπέλα του έλεγε περιπαικτικά: «13 χρόνια πια μαζί, τι άλλο…!». Εκείνη έσκυψε το κεφάλι και της απάντησε: «Μη το λες, ρώτα με και μένα που ξέρω…» και η φίλη της συνέχισε να αφηγείται τις καλοκαιρινές της περιπέτειες.

Χαιρέτησε και πήγε να πάρει τη μηχανή της. Ο περισσότερος κόσμος είχε πια φύγει, λίγοι είχαν απομείνει στο μισοάδειο πια χώρο. Ένα άσπρο μηχανάκι πέρασε μπροστά τους, με τη κοπέλα με το ροζ μπουφάν να το οδηγεί.

Έφυγε μέσα στη νύχτα και χάθηκε από μπροστά μας μες τα στενά της πόλης. Τελικά τι θέλει ο άνθρωπος για να ναι ευτυχισμένος?

Καλή Τσικνοπέμπτη!

© Marialena, 08/02/2018

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου